«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μίχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μίχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τα Τριαντάφυλλα κι η Δίψα


Τα τριαντάφυλλα που σκέφτηκα για σήμερα
είναι η δίψα αυτών που τα ποτίζουν
σε κάποιες χώρες μακρινές της Αφρικής
καθώς το Άουσβιτς στον κόσμο επεκτείνεται
και φέρνουν αεροπλάνα κάθε πρωινό
τον πόνο των ανθρώπων που έγινε άνθη
για να στολίζει απ' το βήμα του πολιτικού
ως του αισθήματος το τελευταίο τραπέζι
μιαν ύβρη απάντηση του εμπόρου στην ανάγκη
ενός κόσμου σαπισμένου για λεπτότητα.
Γι αυτό πάρε μονάχα τη λέξη τριαντάφυλλα
και πες είναι τρεχάλα σε μιαν αγκαλιά
είναι το χέρι σου καθώς περνάς σε κήπο
κι ό,τι θυμίζει ακόμα από τα παιδικά μας χρόνια.


Γιώργος Μίχος

Ελάχιστο


Ένα ελάχιστο είμαι, είπε, μόνο που το ξέρω
στη σειρά των απομεμακρυσμένων αντιγράφων
απ' τα μεγάλα σας απόντα πρότυπα κι αυτό
είναι κιόλας πολύ σ'αυτή τη δεύτερης κατηγορίας
ζωή που πέσατε εν τέχνη. Έτσι ενώ συνεχίζω
μιαν απαλή πορεία στα ερείπια των προθέσεων
που έχουν τα έργα των ανθρώπων έχω χρόνο
μονάχα να φροντίζω για την εντροπία του λεκτικού
με λίγους φίλους και ίσα ίσα ν΄αγαπώ όντας
αόρατος πίσω από την εικόνα του εχθρού
που με δικά σας έξοδα γεννάει την απόσταση
που όσο προσπαθείτε τόσο μας χωρίζει. Κι όλα αυτά
για ένα βλέμμα στις εξαρθρωμένες σας ψυχές
που πένθος δεν τους μένει να δεχτούν
πως είστε ένα ελάχιστο και να το ξέρετε.


Γιώργος Μίχος

Κοίταξα κάτι άστρα μακριά

Κοίταξα κάτι άστρα μακριά
όσο που ένιωσα το χέρι της μητέρας
το τελευταίο χέρι σε μιαν ολόκληρη σειρά
αποχαιρετισμών με γυναικεία ονόματα

κάπου στο χρόνο θα ταξιδεύει
ένα: παιδί μου όλα θα πάν καλά
και περιμένει να ξυπνήσω το πρωί
να γίνει φως για να με συναντήσει.


Γιώργος Μίχος

Γαλάζιο

Η ειρήνη αραιώνει το θάνατο και μεγαλώνει
το φόβο παίζοντας σκηνές της απουσίας μας.
Είδατε ποιητή να πεθαίνει, τίποτα, δεν συμβαίνει
τίποτα απ' όσα σας γελούν όταν διαβάζετε.
Ο κόσμος της γλώσσας παραμένει αδιάφορος
όσο και οι μακρινοί αστερισμοί και περιμένει
κάποιον καινούριο πλανημένο από το ζωτικό της
ψεύδος. Βγαίνεις τη νύχτα ύστερα από λόγια
γραμμένα σχεδόν σαν μόλις έχοντας κάνει
σε γυναίκα έρωτα και δεν σε πιάνει ο ύπνος
κι όπου κι αν είσαι είναι κήπος επειδή γυμνός
ξανακοιτάζεις σαν παιδί προς τ' άστρα εκείνα
που τα πρόδωσες με βλέμμα και ποτέ δεν πρόδωσαν
κι ενώ περίμενες μια τιμωρία θεού
έχει μικρύνει ξαφνικά η παρουσία της επομένης
του θανάτου σου στον κόσμο και μετράς
όλα τα ευχαριστώ για όλα που δεν έδωσες
καθώς ο πόλεμος που έρχεται αναπόφευκτα
πυκνώνει τη ζωή του ενός στις διαστάσεις της.
Θέλησα γαλάζιο και αγάπη σάρκας πριν
ακόμα κι από την πρώτη λέξη του ποιήματος.


Γιώργος Μίχος

Από χρόνο μου λείπεις

Από χρόνο μου λείπεις... Καθώς το σπίτι που γεννήθηκα ήρθε
να γίνει από τόπος χρόνος της μνήμης, μια προσπάθεια να
κρατηθούν οι λεπτομέρειες από λέξεις γιατί τα πράγματα δεν
υπάρχουν πια, ήρθαν άλλα πράγματα και κατοίκησαν το
παλίμψηστο, η διφθέρα της αφής σκεπάστηκε κι αποκάτω
κυλάνε εικόνες πένθους επ' ελπίδι εκφράσεως. Το μου λείπεις
ήταν για μένα από χώρο και από απόσταση. Ήταν μέσα στην
παρηγορία μιας επανάληψης στο χρόνο. Κάτι σχεδόν
καθησυχαστικό. Και ξαφνικά μου ήρθε ο χρόνος... Από χρόνο
μου λείπεις και πέφτω μέσα στην απαρηγορησία. Γιατί σε
παίρνει μαζί του το ανεπανάληπτο της στιγμής και σε
μεταφέρει στις τελετές του ξανακερδισμένου χρόνου...
Ο τόπος και η απόσταση που μου λείπεις κυλάει στο πένθος του
χρόνου και γίνεται ένα ρευστό. Οι στιγμές που μου λείπεις θα
εξαγοραστούν μόνο στον κόπο του συμβολικού. Και μέχρι να
συμβεί αυτό θα παραμένουν ανεξαγόραστες, στιγμές
δηλητηριασμένες από αυτό το πικρό του μου λείπεις... Από
χρόνο μου λείπεις και η στιγμή που μου λείπεις έρχεται να
στοιχηθεί δίπλα σε όλες εκείνες τις στιγμές που εκφράζει ένα
μου λείπεις... Από χρόνο μου λείπεις και πέφτω πάλι σ' εκείνο
το πριν από τις λέξεις απαρηγόρητο. Πάντα κάτι μικρότερο
πάντα από μου λείπεις και πουθενά έξω από λέξεις.


Γιώργος Μίχος

Το όχι είναι πάντα εκεί και περιμένει

Ό, τι και να πεις, το όχι είναι εκεί και περιμένει
να επωμιστείς όλα τα στάδια της Κούμπλερ- Ρος
άρνηση θυμός διαπραγμάτευση κατάθλιψη αποδοχή
όχι απλώς να τα διαβάσεις μιαν ακόμα υπεκφυγή
μα να τα περάσεις όλα μέσα από τα σπλάχνα σου.
Να ξοδέψεις λόγια δικά σου και από των άλλων
να βρεις τραγούδια ποιήματα μυθοπλασίες
ν' αναβάλλεις λίγο ακόμα μα το όχι είναι εκεί
σαν πεθαμένη μάνα με το στήθος της πικρό
κι ο άλλος πάντα θα σου το βλέπει ακριβώς
εκεί που ο εαυτός σου σου είναι πιο αόρατος.
Γιατί το όχι είναι πάντα εκεί. Σε περιμένει
από το πρώτο φως της μέρας σου στον κόσμο
το τζάμι σου να δοκιμάσει ως τη θραύση του
να σε αφήσει μόνο με τα έξοδα δικά σου
για μια κατάφαση σε αντίξοη ζωή χωρίς
διαφυγές και μετακύλιση ευθυνών και παρακάλια.
Είναι πολλά τα πρόσωπα για να ξοδέψεις
κι οι χρόνοι της αναβολής κι αν ποτέ φτάσεις
για μια και άνευ όρων στον εαυτό σου επιστροφή
να βγεις στο ξέφωτο και πρόσωπο με πρόσωπο
με κάθε όχι που ήταν πάντα εκεί και περιμένει.


Γιώργος Μίχος

Στους Κοριούς του Μπρεχτ

Το ήθος του θύματος που έχει λόγο, κι αφήστε
τους στίχους που κινητοποιούν τις μάζες. Ξέρετε
που σας είχαν γραμμένους από την αρχή, εγγόνια
μαυραγοριτών και παιδιά εργολάβων, και γιατί
στο τέλος τη φιλοδοξία σας αυτή την εξαγόρασε
ο πεφωτισμένος σοσιαλδημοκράτης μια δεκάρα
και πήρε τους νεκρούς σας και τους έβαλε μπροστά
άλλοθι πίσω από το χέρι που άδειαζε τα φράγκα.

Αριστεροί για ντελικάτη εσωτερική αντιπολίτευση
με έξτρα επισκεπτήριο ως και στη Μακρόνησο
με το ένα ναι σας όψιμο στερνή κινητοποίηση
φτηνιάρικα δοσμένοι στους κοριούς του Μπρεχτ.


Γιώργος Μίχος

Νύχτα κι η Δόξα, Ονόματα

Η δόξα δεν φτάνει γι όλους, άσε δηλαδή που τρεκλίζει στων
Ψαρών την ολόμαυρη ράχη... κι όσο πιο λίγη τόσο πιο πολλοί
την θέλουν... τι κι αν η Αγαθή τους μιλάει για ένα κόσμο
χαμένο που την πέταξε να ζει... δεν ακούνε... η δόξα είναι
μπροστά τους σε φραγκοδίφραγκα... περνάει και παίρνει
απουσίες στο απουσιολόγιο... παίρνει απουσία ακόμα κι απ' το
νάρκισσο τον ασπρομάλλη πρώτο τραπέζι πίστα... καλύτερα
σκυλάδικο εδώ που τα λέμε... Ότι μετράει είναι αυτό που
φτιάχνει η μνησικακία των μη συμμετεχόντων... πού να
καταλάβουν ότι η παρακμή είναι τόσο βαθειά που έγινε
σύννεφο... από τσιγάρα στη διπλανή αίθουσα... και πως είναι
τόση που στο τέλος αθωώνεται... Να σπρώξεις στη σειρά να
δεις ένα φίλο... να δεις πως αρχίζει η γεροντική φωτογραφία
μας... τα ωραία μουνάκια που υπερέχουν της γραφής τους
πλάι σ' εκείνα που δεν υπερέχουν πια... Είναι τόσο η ποίηση
πρόφαση που μπορεί και να μην υπάρχει... γιατί η ποίηση είναι
για κατά μόνας ανάγνωση... κι όχι το φάντασμα της
ελευθερίας κατά Μπουνιουέλ, όπου χέζουν ομαδόν και τρώνε
κατ΄ιδίαν... μα είναι κι εκείνος ο ζητιάνος έξω που κοιμάται
στον υπνόσακο με το ποτηράκι της ελεημοσύνης... και
περιμένει... ελεύθερος από ποίηση γραπτή... μα πιο κοντά στο
ζωντανό το ποίημα... να ξεκαυλώσει ο κόσμος απ' την
κατανάλωση της παρουσίας του... και απαλά να κάμει την
καλή του πράξη... μ' ένα νόμισμα... γιατί η δόξα τρέφεται από
τη λήθη των ονομάτων και τρέφει τους ζητιάνους έξω από
τους ναούς της ποίησης... Και είναι τόσο τρυφεροί οι φίλοι
μου που ρωτάν για τα παιδιά... έχουν τόσο απαλά πρόσωπα
στο φιλί πια... που αγγίζουν ένα κατερχόμενο θερμόμετρο
φιλοδοξίας ως το μηδέν του ανθρώπου... που από ζώντας δεν
έχει την ανάγκη για να γράφει πια... Να με κατηγορείτε... που
δεν σας κάλεσαν... κι όχι γιατί έχω στα χέρια μου το μέλι σας
και δεν το γλείφω... Πρόλαβα και πέρασα και πίσω κλείσαν τα
νερά μαζί σας... Τόσο τρυφερά.


Γιώργος Μίχος

Ηδυπαθείας

Με αντίκρυσαν τον αμαρτωλό τα γεροντάκια γυρίζοντας από
τους Χαιρετισμούς και μου άλλαξαν το χρόνο... όπου έβγαινε
ο ψάλτης μπροστά στην Ωραία Πὐλη κι άρχιζε εκείνο το :
Άσπιλε, Αμόλυντε, Άφθορε, Άχραντε, Αγνή Παρθένε, Θεόνυμφε
Δέσποινα... Η των απηλπισμένων μόνη ελπίς, και των
πολεμουμένων βοήθεια. Η ετοίμη αντίληψις των εις Σε
προστρεχόντων... Εν δε τη φοβερά ημέρα της Κρίσεως, της
αιωνίου με ρυομένη κολάσεως,... κι είχε μια φωνή γλυκιά, σαν
χάδι από εκατό μητέρες μαζί και σαν Καζαντζίδης... έλιωνε
τεράστιες ποσότητες παγωμένων πραγμάτων από μέσα μου...
ακύρωνε τον παπά και τον Αρχιμανδρίτη, σαν αργό από
ζεϊμπέκικο, που να σου ανεβαίνει σαν δάκρυο το υπάρχει θεός
και όλα θα γαληνέψουν... μέσα στη φωνή που την
αντηχούσανε οι κόγχες του τρούλου... κι αναστέναζε η μικρή
σου αγαπώ από το γυναικωνίτη απάνω καθώς γύριζες σε μια
συνενοχή μουσικής να την κοιτάξεις... Κι έτσι μισοχωμένο
κιόλας μέσα στα κελεύσματα του κήπου ακολουθούσε αυτό
το δεύτερο να σου αποτελειώσει κάθε ύλη και να σε κάνει
αέρα που κατοικούσε στα λόγια του το: Και δος ημίν,
Δέσποτα, προς ύπνον απιούσιν, ανάπαυσιν σώματος και
ψυχής, και διαφύλαξον ημάς από του ζοφερού ύπνου της
αμαρτίας, και από πάσης σκοτεινής και νυκτερινής
ηδυπαθείας... κι αυτό το ηδυπαθείας τραβηγμένο από τον ήχο
σαν μέλι να αντιφάσκει ο ήχος στο νόημά του και να κάνει
την αμαρτία κάτι απαλό για συγχώρεση, κάτι σαν παιχνίδι
του θεού με τους ανθρώπους για να σωθεί ο έρωτας... και σ'
αυτήν την ένταση να σε σπρώχνουν στη νύχτα τα τελειωτικά:
Παύσον τας ορμάς των παθών, σβέσον τα πεπυρωμένα βέλη
του πονηρού... γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν
νήφουσαν, ύπνον ελαφρόν... Με αντίκρυσαν τον αμαρτωλό τα
γεροντάκια γυρίζοντας από τους Χαιρετισμούς και μου
άλλαξαν το χρόνο... και με τη φωνή του παλιού ψάλτη της
"ηδυπαθείας", με έστειλαν να δοκιμάσω αθωότητα με αυτά
τα λόγια ...


Γιώργος Μίχος

Αγόρι

τι σε ξύπνησε εκείνα τα πρόσωπα που δεν πίστευες ότι ζουν
ακόμα αφού ξέρεις τί βιάζεσαι σου μένουν έξη ώρες έξη
ολόκληρες ώρες παράδεισος φαϊ από το καλό ξάπλα με τα
πνευμόνια αδρανή χωρίς την απειλή της γλώσσας δεν έχεις
να πεις τίποτα αλλά κιόλας τα πράγματα έχουν πάρει τον
κατήφορο τί βιάζεσαι εκείνος έχει κάνει κιόλας τα κουμάντα
του στο σημειωματάριο γράφει λίρες για το παιδί ο ταξιτζής
που θα σε πάει μισοκοιμάται στην πλατεία ο κύριος χάρβαλος
είπε στην προϊσταμένη να ρθει πιο νωρίς κάτι βαμβακερά
αποστειρωμένα σε περιμένουν τί ξύπνησες και μου βιάζεσαι
που θα πας από τώρα η γυναίκα νιώθει βαριά είναι στις μέρες
της πάει για το αγόρι λέει της είπαν λέει έχει μυτερή κοιλιά...
ένα παλιό άλογο αντιπατάει στο παχνί κι ύστερα κοιμάται
εσύ γιατί ξύπνησες έχεις έξη ολόκληρες ώρες να αποφασίσεις
αν... στο καφενείο η μπόμπα τράβηξε όπου να ναι θα κλείσουν
ακούγονται κοκόρια και σκυλιά όπως είκοσι χρόνια αργότερα
που θα κατέβεις με το νυχτερινό τρένο και θ' ανέβεις τη
λεωφόρο... το τηλέφωνο στην πιάτσα των ταξί χτυπάει μια
δυο κι ύστερα σωπαίνει τί βιάζεσαι όλα είναι κανονισμένα ως
κι η γιαγιά από την Αθήνα έχει έλθει, οι νοσοκόμες θα βγούν
από τις αυτόματες πόρτες να πουν αγόρι για ν' αρχίσουν όλα
αυτά τί σηκώθηκες πιες ένα τσάι πάρε ένα αντιπυρετικό κι
αποκοιμήσου... έχεις ακόμα έξη ολόκληρες ώρες για να
γεννηθείς, έτσι δεν κάνεις μισό και πάνω αιώνα τώρα;


Γιώργος Μίχος

Υδρατμοί

Η λύση των σωμάτων είναι τα νερά, αποκεί τρέφονται οι
πυρετοί και τα μικρά που μας τραβούν την αλυσίδα αγρίμια ...
Μια ορισμένη πυκνότητα είμαστε υδρατμών σε μεσημέρια...
χαλαροί τόσο ώστε να γινόμαστε διαπερατοί από αμαρτίες...
αδοκίμαστα περάσματα χεριών, αγγέλων που επειδή δεν
έχουν φύλο τολμάνε κάποτε να δώσουν της αφής αγγίγματα
αγαλμάτων, κρυφά από τον αρχαιοφύλακα και σε άνωση
αθωότητας... Είναι των γυναικών να μην αποβλέπουν αλλά να
αιφνιδιάζονται σαν σεισμογράφοι ηδονικών σεισμών... ένα
τέσσερα ρίχτερ νοτίως του στήθους, με όλο μικρές
καταστροφές ανατριχίλες, εκεί που γυναικός το σώμα είναι
επικαιροποίηση αρχαίων λουτρών. Εκεί που θέλεις
επειγόντως μια γλώσσα καθαρεύουσα από πόθων κι έχεις
μονάχα γρήγορη ηδονή κάτω από γεφυράκια, με σὠματα που
δεν εχάρηκαν τη γύμνια τους για να συγχέουν στον μέλλον
τους τον έρωτα μ' εκείνο του κυνηγημένου... Πέρασε μια
στιγμή κι όσο έχεις το έχεις μια και δεν ενέδωσες, κι άφησες
στης πενίας το μέρος να σε οιστρηλατεί από έρωτος... Ενώ ο
πόρος είναι ακόμα αυτοί οι υδρατμοί στη μνήμη, ένα
αμφίβολο παιχνίδι στο λυσιμελές, να τρέφονται οι πυρετοί και
τα μικρά που μας τραβούν την αλυσίδα αγρίμια.


Γιώργος Μίχος

Ο Ασώπαστος είναι ψάρι

Εμείς νομίζαμε ότι θέλει να μιλήσει τον κόσμο ως την
εξάντλησή του μα εκείνος ήθελε μόνο να πει πως είναι ψάρι
που τον πνίγουν τα πνευμόνια του και θέλει να τα κάψει για
να πέσει πάλι στο νερό... Αυτοί που είναι ψάρια έξω από τα
νερά του κόσμου φτιάχνουν κάτι καρκίνους των πνευμόνων
σαν αθάνατα έργα τέχνης κι έπειτα προτιμούν το θάνατο από
το να ζουν έτσι σε μια ξενότητα ανάσας. Ίσα που πρόλαβαν
να γίνουν φίλοι μας να τους πάμε ένα ακόμα πακέτο τσιγάρα
κρυφά στο τελευταίο στάδιο. Ψάχνουμε έναν τρόπο να τους
πούμε πως η απελπισία τους είναι μια διάταξη λόγων που
καταλήγει από δρόμους περίεργους όπως όλα στην αγάπη,
μέσα σ' αυτό το απέραντο μαιευτήριο θανάτου που είναι η
ζωή. Άλλοι θα φύγουμε πουλιά, άλλοι άλογα μα ο Ασώπαστος
θα φύγει ψάρι. Θα γυρίσει πάλι στα νερά, θα μιλήσει τα νερά,
θα πάρει το οξυγόνο του από τα νερά και δεν θα το κάνει
ξανά λόγια. Γι αυτό και ότι είπε ήταν μια προσπάθεια να
μιλήσει με λόγια ανθρώπινα τη γλώσσα των νερών, να
πληρώσει άμα τη εμφανίσει την πτώση του στον κόσμο μας κι
ύστερα να την πάρει πίσω να την πάει στα παραμύθια των
παιδιών με τις μικρές γοργόνες. Δεν ξέρω ακόμη αν έχουμε
αγάπη να νικάει το θάνατο, μα το έχουμε ονειρευτεί, όσο
υπήρξαμε άξιοι του έρωτα τώρα που όλοι μιλάνε για νεκρούς
θεούς και κανείς δεν ξέρει πια την παρασημαντική της
γλώσσας των νερών για τους ανθρώπους ψάρια που έπεσαν
στον κόσμο μας. Ο Ασώπαστος είναι ψάρι. Σε λίγο θα
απαλλαχτεί από τα πνευμόνια του και θα φύγει στα νερά.
Καλύτερα, χειρότερα, ποιός ξέρει;


Στην Ειρήνη, αν μου επιτρέπετε...

Γιώργος Μίχος

Η λύπη εξευγενίζει

Θα μπορούσα να πω: η λύπη μου του αισθηματία
που απ' το αλάτι των δακρύων κάνει αγάλματα...
εύκολα κάνεις κακή ποίηση με ωραίες εικόνες
κι ούτε που θέλω πια κανείς να με πιστέψει
που αγγίζω κάποτε αγάπη από την εκφρασμένη
κι απ' την πατημένη όπως τη φέρνει όλο πόνο
ο λόγος των ανθρώπων. Γιατί από λέξεις είναι
ακόμα ότι μας πλήγωσε και ψάχνει λέξεις
κάποια γλώσσας άγνωστης να κλείσει την πληγή.
Γεμίζει ο κόσμος θύματα μιάς εκ των υστέρων ερμηνείας
κι ανοίγει μέσα τους ο πόνος και ξοδεύονται:
Να φτιάξει χάρτες από λέξεις που κάποτε διαβάζονται
τόσο απ' τους άλλους όσο του είναι αόρατοι.
Η λύπη μου είναι από συνθήκη του ανθρώπινου
που εξευγενίζεται από λέξεις και ματώνοντας
να κρύψει πως του λείπει αέρας να τον αγαπούν
και να το κλάψει κάποτε κοιτώντας θάλασσα.


Γιώργος Μίχος

Μουσούδια μαύρου αγριεύοντας

Από τις ευτυχίες πάντα αρπάζονται
κάτι μουσούδια μαύρου αγριεύοντας
και οπισθοχωρείς προς την οδό των ποιητών
Εκεί όλο λέξεις πατημένα ρόδα κι όσοι φύγαν
σου κάνουν μεσημέρι συντροφιά με το ποδήλατο.

Αργείς, αργείς στις ηλικίες απομνημονεύοντας
κάτι το άφωνο που αφήσαν πίσω οι άλλοι
αρχίζει από πικρό κι έχει την πείνα ακόρεστη
όσο να του διαμορφώσεις τον αέρα του
σε οστά κραυγής που εξημέρωσες και πάλι.

Είναι άλλου είδους η μοναξιά όπου ξοδεύεσαι
γεμάτη από ζωφόρο ημιτελή και υάκινθους
γεμάτη από θηρίο κι ίσως κι από άγγελο
όταν ο χρόνος που άνοιξε σου κατανεύει.

Μα θα μου πεις είναι κι αυτό που ανέρχεται
του αντιστέκομαι σου λέω όσο να γίνει
κάτι βαρύ από το χρόνο που ενσάρκωσε
να πάρει λέξεις ταπεινές με μέλλον άπεφθο.

Τότε οδός ποιητών με ξαναβρίσκει αυτό το αίσθημα
πως στο από πριν χαμένο επιμένοντας είναι ένας τόπος
εύγλωττος από μάτια παιδικά σε θλίψη για να πας
σε μια προσωπικού θανάτου πολυτέλεια.

Γιώργος Μίχος