«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Ε. Σολδάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Ε. Σολδάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Στον φάρο

                               Απ' το "Εγχειρίδιο για Ερωτευμένους"



Και να, πού μ' έφερε η εσχάτη απελπισία!
Τα σαλεμένα φρένα μού είπαν να σε πάρω
-- πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία --
μαζί μου απόψε -- ερημιά, νύχτα -- στον φάρο.

Σε βλέπω μπρος μου μες στο μαύρο φόρεμά σου
ψυχρή σαν μέταλλο, αγέρωχη, κι απλώνω
γυμνό τον πόνο να ντυθεί τ' αγκάλιασμά σου,
λες κι έχω απλώσει τα δυο χέρια μου για φόνο!
Σ' αγγίζω, τρέμεις, τρέμω, τρέμουμε απ' τον πόθο
δειλά, όπως γέρνουν τα καλάμια όταν φυσάει
πάνω απ' την λίμνη, τα ματόκλαδά σου νιώθω
στο πρόσωπό μου σαν μετάξι που μεθάει.
Σκίζω τα χείλη σου, η γλώσσα μου άγριο χέλι
μες απ' τα δόντια σου ρουφάει την ψυχή σου.
( Πάνω απ' το κάστρο το φεγγάρι ανατέλλει. . . )
Σκάβω τα σπλάχνα σου και λες: «Είμαι δική σου...
κράτα με... σφίξε με...». Βογκάς κι εγώ σπαράζω...
Πονάς... συστρέφεσαι... Τα νύχια σου στην πλάτη
μου μπήγεις... Ξέσπασε ο αφρός -- αίματα στάζω --
σπέρμα φωτιά, που καίει τα φύκια, σπάει τ' αλάτι!
Γέρνεις στο στήθος μου μετά λαχανιασμένη,
κλαις τρυφερά και ψιθυρίζεις τ' όνομά μου.
Σαν μια θηλιά απ' τον λαιμό μου κρεμασμένη
το στόμα ανοίγεις για να πιεις το φίλημά μου.
Και πίνεις... πίνεις τα φιλιά... Τα δάκρυα πίνεις...
«Κράτα με... σφίξε με ξανά ...» μου λες. Αχ, μίλα...
Μέσα σου μπαίνω... Κι όλη νύχτα ανάβεις... σβήνεις...
γιομάτη γλύκα... φως... σκοτάδι... ανατριχίλα!

Κι εκεί, στην τέλεια ηδονή -- στον οργασμό σου --
«Πεθαίνω... χάνομαι...» μου λες «κι εσύ μαζί μου...»
Μαζί σου, αγάπη μου... ( Βυθίζω στο λαιμό σου
μια το μαχαίρι κι άλλη μια μες στο κορμί μου! )

Τ' άλλο πρωί, κάτι ψαράδες θα μας βρούνε
αγκαλιασμένους να φιλιόμαστε στο στόμα...
«Είναι νεκροί εδώ και ώρα...» έτσι θα πούνε,
αντί να πουν πως αγαπιόμαστε ακόμα!

Πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία!
Τα σαλεμένα φρένα μού είπαν να σε πάρω
μαζί μου απόψε -- ερημιά, νύχτα -- στον φάρο.
Να, πού με έφερε η εσχάτη απελπισία!


Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Χορηγίες

Στις φλέβες της αληθινής τέχνης κυλάει μη-δέν αρνητικό:
δίνει αίμα σε όλους και παίρνει μόνο απ’ τον εαυτό της





Είδα πολλούς να σέρνουν την κατάντια τους
Από γραφείο σε γραφείο σ’ έναν δημόσιο οργανισμό
Έτοιμο ν’ αποσυντεθεί
Ή σε κάποιου ιδιώτη τα εκτυφλωτικά μάρμαρα
Και τα γυαλιστερά πλακάκια
Για μια κάποια χορηγία
Μια χορηγία για την τέχνη τους
Την αντικαθεστωτική ας πούμε

Κι ας πούμε πως την παίρνουν τελικά την χορηγία
Κι ανεβάζουν μια παράσταση
Ή κάνουν μια έκθεση ζωγραφικής
Εικαστική ή κάτι τέτοιο –
Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο
Κι έρχεται ο εκπρόσωπος του οργανισμού
Να προλογίσει την παράσταση
Ή καταφθάνει ο επιχειρηματίας
Για να κόψει την κορδέλα
Κι ο καλλιτέχνης ντυμένος στα μαύρα
Όπως αρμόζει στην περίπτωση
Δουλικά τους ευχαριστεί
Που τίμησαν με την παρουσία τους
Την τέχνη του την ταπεινή
Και την άλλη μέρα διαβάζει τις κριτικές
Στα ψιλά των εφημερίδων
Κάτω απ’ τις πηχυαίες διαφημίσεις των χορηγών
Και σχεδιάζει πού θα σύρει τα επόμενα βήματά του
Σε ποιο γραφείο δημόσιου οργανισμού
Έτοιμου ν’ αποσυντεθεί
Σε ποιου φιλότεχνου επιχειρηματία
Τα εκτυφλωτικά μάρμαρα και τα γυαλιστερά πλακάκια

Και δεν πειράζει που ο καλλιτέχνης θα φάει
Και σήμερα ένα πιάτο φαΐ
Μόνο εκείνον τον προσδιορισμό για την τέχνη του
Εκείνη την λέξη «αντικαθεστωτική» να είχα παραλείψει
Κι εκείνο το «ας πούμε» να μην έλεγα





Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Δημήτρης Σολδάτος - λήγω απ' όλα


ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Κοίτα αυτό το χέρι που έγινε κλαδί
Κοίτα αυτό το χάδι που έγινε φύλλο
Κοίτα αυτήν την αγκαλιά που έγινε κρεμάλα
Κοίτα αυτά τα συναισθήματα που έγιναν μυρμήγκια
Κοίτα αυτόν τον άνθρωπο που έγινε δέντρο
Κοίτα αυτές τις κεραίες που έγιναν δάσος…

Δεν ωφελεί να γράφουμε πια ποιήματα
Κραυγές άναρθρες πρέπει να βγάζουμε
Γιατί η ζούγκλα έχει την δική της διάλεκτο.

Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Φέρε το πριόνι
Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Άναψε το σπίρτο
Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Κατέβασε την μαϊμού απ’ το δέντρο
Και δώσ’ της και πάλι εγκέφαλο
Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Πρέπει να ψάξουμε για λίγο μέλι
Στην κουφάλα ετούτη που λέγεται καρδιά.

Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Μην παραδοθείς
Μα σήκωσε τα χέρια ψηλά
Σαν ένδειξη αθωότητας
Μήπως κι έρθουν
Λίγο κοντύτερα τ’ αστέρια –
Κι ας έρθει ο κεραυνός!




Παιχνίδια της γλώσσας

Τι περιμένεις να διαβάσεις σ’ ένα ποίημα;
Πες μου κι εγώ θα το γράψω
Μαγειρεύω καλά τις λέξεις όταν πεινάνε οι πράξεις
Δοκίμασε και θα δεις πόσο τυφλή είσαι στις γεύσεις
Η λέξη ΘΑΛΑΣΣΑ παραδείγματος χάριν
Κοίτα πόσο αλάτι κουβαλάει μέσα της
Για να μην σαπίζει το γαλάζιο
Και να νοστιμίζουν τα ναυάγια
Η λέξη ΕΡΩΤΑΣ εμπεριέχει πάντοτε μιαν απορία
Την προτιμώ απ’ την βεβαιότητα πως δεν μ’ αγαπάς
Απορία όμως σημαίνει και φτώχεια
Ποτέ δεν την εμπλούτισα που σ’ αγαπώ
Είδες πόσα παιχνίδια μπορεί να παίξει η γλώσσα;

Θέλεις να παίξουμε;
Θέλεις να κάνω εγώ το ρήμα
Κι εσύ να με κλείνεις μέσα στην αγκαλιά σου;
Δεν πειράζει που το «κλίνεις» γράφεται αλλιώς
Έτσι κι αλλιώς αν θέλουμε ν’ αγκαλιαστούμε
Πρέπει να υποπέσουμε σε λάθη
Έλα άνοιξε τα χέρια σου (σαν παρένθεση)
Κι εγώ θα κάνω σύμπτυξη στην λογική μου για να χωρέσω
«Για να χωρέσω»
Σαν να λέμε «για να ’χω» μια θέση «έσω»
Δηλαδή μέσα σου
Κι εκείνο το «ρ» που παρεμβάλλεται
Ανάμεσα στο «για να ’χω» και στο «έσω» τι θα το κάνουμε;
Αχ! Είδες;
Πάντα κάτι παρεμβάλλεται ανάμεσα σε σένα και σε μένα
Και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε

Γι’ αυτό σου λέω
Άσε μ’ ανάμεσα στην ποίηση και στην ζωή
«Άσε μ’ ανάμεσα»
Για κοίτα!
Αυτή η φράση διαβάζεται κι ανάποδα
Σαν να υπονοεί πως καμιά φορά δεν ξέρουμε
Ποια είν’ η αρχή και ποιο το τέλος
Ούτε πού τελειώνει η ποίηση
Και πού αρχινά η ζωή

Ποίηση
Ζωή
Για δες!
Μόνο ένα γράμμα έχουνε κοινό
Αν το βρεις
Ίσως να καταλάβεις γιατί και στα δύο γνώρισα την ήττα

Για κοίτα πόσο άδειες είναι οι λέξεις όταν γεμίζουν από έρωτα!


Δημήτρης Σολδάτος (Από το "Nobel λόγω ατεχνίας" )

ΑΠΟΜΥΘΟ – ΠΟΙΗΣΗ

Λάτρεις πιστοί της απιστίας,
δήθεν αμόλυντοι κι αθώοι
και συγγενείς εξ αγχιστείας
με το λοιπό ανθρωπολόι.

Τρώμε απ’ την πείνα που μας τρώει–
φταιν οι εποχές της ασιτίας
που σκεύη γίναμε αχρηστίας,
των ποιητών εμείς το σόι.

Τώρα ο Πήγασος μουλάρι.
Κι οι Μούσες κάνουνε σαφάρι
μέσα στην ζούγκλα του εαυτού μας.

Τώρα μια ποίηση για… γνώστες,
μέχρι που μόνοι αναγνώστες
θα ’μαστε εμείς κάθε γρα-φτού μας!


Δημήτρης Ε. Σολδάτος (από το "Nobel λόγω ατεχνίας" )

Αντίστροφο σονέτο

(Προτού η γάγγραινα να φτάσει
φτάσε στα άκρα οδοιπόρος,
αλλιώς θα σ’ ακρωτηριάσει
ο μολυσμένος μέσος όρος.)


Το πνεύμα παραδώσανε τα χρόνια
και γίναν τα εφήμερα αιώνια.
Ιούς για τα computers σας εκτρέφω.

Στα γλέντια σπάω πιάτα δορυφόρων.
Το αίμα των πολέμων επιστρέφω
για πληρωμή στα χρέη νέων φόρων.

Στης μόδας την glamour ανοησία
τον τρύπιο μου χιτώνα αντιτάσσω.
Με χρήμα για προσάναμμα θα βράσω
τους Κροίσους, να ’χει ο πλούτος μια ουσία.

Στα super market νέκταρ κι αμβροσία,
μα εγώ πεζός στον Όλυμπο θα φτάσω.
Χελώνα μια Ferrari – ας γελάσω –
στην formula που τρέχει η φαντασία.

Δημήτρης Σολδάτος