«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόπη Συνοδινού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόπη Συνοδινού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η κρυφή γοητεία της γρατσουνιάς (της Πόπης Συνοδινού)

Αιώνιους κύκλους κάνεις στο χαρτί
αποφεύγοντας τις μετακινήσεις ανάμεσα σε άγγελους και σωρούς από πυρωμένα κόκαλα.
Σου έλεγα πάντα, (δεν είναι όλα όπως φαίνονται, μαγειρεμένα υλικά είναι και γνωστές οι προθέσεις).
Κι εσύ γυναίκα στον καθρέφτη πάντα επέμενες να βλέπεις μόνο αυτά που εξυπηρετούσαν την αθωότητα και τα μέρη της ομορφιάς.
Πολλές όμως ήταν οι φορές που μαζί ασφυκτιούσαμε στοιβαγμένες άτακτα σε κάποιο αμπάρι πλοίου,
θυμάσαι;
Έτριζε από κάτω η θάλασσα και οι φυκιώνες,
μα πάνω από όλα έτριζαν τα πέπλα της αλήθειας και τα μάτια που μας κοίταζαν.
.........................
Μικρό κορμί φοβήθηκες το μίσος των κοντινών ανθρώπων κι έβγαλες νύχια να μας υπερασπιστείς,
ψήλωσες ως το ταβάνι να αποφύγεις το αρσενικό λιοντάρι που ντυνόταν ένας συγγενής αρουραίος.
Μα δεν αποφύγαμε ποτέ το μοιραίο που έκρυβαν οι μέρες οι σκοτεινές.
........................
Ο πόνος κι η απόλαυση μαζί περπατούν,
αντίκρυ,
μαζί βλέπουμε αυτούς που γράφουν αυτά που δεν τολμούν να ζήσουν,
αυτούς που ζούν τα ποιήματα που δεν τολμούν να γράψουν.
Κάπου ανάμεσα βρήκαμε θυμάσαι; Τον κήπο της λήθης.
.......................
Πολλές φορές σε ονόμασα αγάπη,
ήθελα να αποφασίσω το φως της ημέρας και τους ρόλους των θεατών,
ο πρώτος ρόλος  ήταν κάτω από την πούδρα μιας πόρνης ηλικιωμένης,
ο δεύτερος ανήκε στους πατέρες που ξένοι ήταν κι όμορφοι.
.........................
Η αγάπη πάντα μας έφερνε απάνω στο χωνευτήρι των οδύνων,
γένναγε ολοένα παιδιά στον Δία, αυτός τα έκανε αστραπές και βροχή,
τα παιρνε μετά η Αστάρτη και τα βόλταρε ως τον Άδη,
αυτός πάντα ξεγελούσε την απουσία του πόνου και τα κράταγε κοντά του.
.......................
Η γυναίκα στον καθρέφτη δεν φοβήθηκε να χαράζει ιστορίες στα πατώματα,
πότε με λέξεις,
πότε με νότες και στροφές,
τελευταία την είδα να στέκεται απέναντι μου,
με ρώτησε αν φοβάμαι να δω μαζί της τις περασμένες μου ζωές.
......................
Είπα όχι, αλλά γρήγορα σκέφτηκα κι είπα καλύτερα θα ταν να βρω εδώ ,πίνοντας μέλι και θειάφι,
όλα που κρύβονται κάτω από αυτά που φέρνω από την εποχή που ζούσα ως ψάρι.
Κι έγινα γυναίκα-ψάρι
εγώ, εγώ που πάντα θαύμαζα τις γάτες.
Και αφήνω την ζωή,
ανακατεύει αλχημιστικά υλικά και μου δίνει,
τα φοράω στα μάτια, εννίοτε κάτω από την γλώσσα,
 περιμένω να μου αποκαλύψει εκείνη κάτω από τα νεφελώματα όλα τα μυστήρια της ζωής.
.........................
Η αλήθεια είναι πως συνεχώς μου αποκαλύπτει
τα πιό συγκλονιστικά μυστικά όμως βρίσκονται κάτω από την χοάνη της αγάπης.



Πόπη Συνοδινού

Η ΩΔΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΟΥ (μόνο με αίμα, γράφοντας κόκαλα)

Σπλάχνο μου,

ούρλιαζε η μητέρα μου κι έτρωγε την καρδιά της.

Μαύρα ντυμένες γυναίκες γύρω της, της κρατούν παρέα.

Μα εγώ που αναχώρησα ήθελα να πω,

αφείστε να μιλήσει ένα ηπειρώτικο μοιρολόι, μια αμοργιανή μαντινάδα που πλέει στο Αιγαίο.

Nina.

Billie.

Βαμβακάρης.

Τι θέλουν γύρω μας αυτές οι υποκριτικές στο πένθος γυναίκες,ήθελα το δωμάτιο βαμμένο από κεράσι,

σαν αυτό που έβαψαν το στόμα μου.

Τελευταία επιθυμία.

Ρέκβιεμ.

................................................................................................

Κάποτε αγάπησα κάποιον που με είπε (ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ), το τραγικό ήταν πως ποτέ δεν με πίστεψε.

Του είπα,

από παιδί έβγαζα τα δόντια μου και τα έβαζα στο φεγγάρι,

διάβαζα κι έγραφα ποιήματα,

τα ποιήματα ήταν πρόβατα που μαλάκωναν τον λύκο.

Διέκρινα την αξία που έχουν τα δάκρυα σαν ρέουν,

κάποτε από ευγνωμοσύνη, κάποτε από πόνο, κάποτε από έρωτα.

BAUDELAIRE! Σε λατρεύω!

................................................................................................

Ο έρωτας έβοσκε στα καφενεία, στα μπουρδέλα, στα σχολεία,

στα ασφυχτικά μέσα μαζικής συνεύρεσης,

στις κλούβες με τους μαύρους που κοίταζαν έξω από τα τζάμια σαν τίγρεις θλιμμένες,

θεέ μου, είπα,

πως αντέχεις να βλέπεις μια τίγρη θλιμμένη;

Έβγαλα τα σπλάχνα μου,

τα μοίραζα σε φτωχικά δωμάτια, σε δωμάτια υπόγεια, σε ερωτικά αγκαλιάσματα,

πάντα ο έρωτας ξαγρυπνά τον θάνατο.

Μητέρα.

Ρέκβιεμ.

................................................................................................

Κι όμως, ενώ σαν παιδί είχα μόνο όνειρα να σαλεύω

γέμιζα μέσα μου τα ψυχικά αποθέματα,

αγαπούσα πάντα τον ήλιο, όταν με χάιδευε στα μάτια, όταν χάιδευε τα βουνά μπροστά στην θάλασσα.

Η όψη του δίκαιου και του άδικου πάντα στον πνεύμονα μου ουρλιαχτό.

Τις νύχτες που φωνάζει ο έρωτας, που δυναμώνει η αρρώστια,

τις ημέρες που δεν μπορείς να σκεφτείς από το τόσο φως.

Δημήτρης Ροδόπουλος. Ωδή!

................................................................................................

Κι ενώ με έκαιγε η ζωή,

μια πόρνη πολυτελείας μου έκλεψε κοσμήματα αγαπημένα, κλεπτομανής στο είδος,

έβαλε στην ζυγαριά, ένα τίποτε σε γραμμάρια την ψυχή μου ένα γραμμάριο ο χρυσός.

Λιωμένα δόντια εβραίων. Και κάθε.

Πως αντέχεις θεέ μου να βλέπεις να μην αφήνονται στην ησυχία τους οι νεκροί;

Ρέκβιεμ!

................................................................................................

Ο έρωτας είναι πάντα η αιτία να ανακαλύπτεις τον άλλο μέσα από εσένα

και τούμπαλιν.

Κρυφά λατωμεία αναδεύουν οσμές σάρκας, εσώρουχα μαύρα, χέρια αγγέλων κολασμένων

πάνω σε ανακατωμένα στρώματα.

Μπορεί ένα στρώμα να κλάψει,

όταν είδε τους εραστές να συνθέτουν σωματικά σονέτα,

μιας ώψιμης τρέλας, μιας φευγαλέας τρύπας στο φεγγάρι.

Ένα μεθυσμένο πρόσωπο βυθισμένο σε ένα άλλο πρόσωπο.

Τίποτε δεν ξέρεις αν δεν σκέφτηκες να πεθάνεις για τουλάχιστον έναν έρωτα.

Φωτιά σε σύννεφο πληγωμένο.

Τζάμι που κόβει τα δάχτυλα μου και πίνω το αίμα.

................................................................................................

Χρόνια κοφτερά, χωμένα στο χαλάζι,

στον αγρό μια παρθένα γυμνάζει τα στήθια της φορώντας κόκκινο σκούρο του αίματος.

Αγαπώ το αίμα,

γράφει όμορφα στα ποιήματα,

γράφει όμορφα στα πρόσωπα,

κάνει την καρδιά μου μηχανή υποστήριξης στις αισθήσεις μου,

άλλο οι αισθήσεις,

άλλο τα αισθήματα.

Ένα καράβι που φεύγει από το λιμάνι, η ψυχή μου που κλαίει,

σαν ελάφι που έχασε την μητέρα του,

κλονίζομαι από την ζωή. Καρούζος.

Σαχτούρης.

................................................................................................

Απορείς κάποιες φορές γιατί απομακρύνομαι.

Έχω ανάγκη να μένω μόνη μου,

γεννούν τα αστέρια ελπιδοφόρα βρέφη και τα βλέπω.

Από τα κόκαλα βγαλμένη η ελπίδα,

άλλο η ελευθερία,

την πρώτη γεύση της ελευθερίας την πήρα όταν αντιστάθηκα με τον τρόπο μου στους γονείς μου.

Όταν μπορούσα πια να πάρω γεύσεις ομορφιάς χωρίς να γεννάει αυτό ανία, πάντα με έκπληξη.

Και δίχως τοξικότητες.

Όξινες γεύσεις και γλυκές. Βασανίζουν τα μέλη μας.

Μα έτσι τα μέλη μας θριαμβεύουν.

Από τις ήττες τις επώδυνες.

Τα βιβλία της ανησυχίας.

Πεσσόα! Σε λατρεύω.

................................................................................................

Την στιγμή που άρχισα να φεύγω από το σώμα μου σκέφτηκα τι είναι πολιτισμός.

Είναι η ευγένεια, φυσική αρχόντισσα και πολύτιμη μάνα-σύμβολο.

Ο έρωτας.

Τα αρχαία αγάλματα.

Η τραγωδία. Το αρχέγονο ένστικτο. Η αναλυτική σκέψη που φέρνει τα ερπετά στο φως.

Φυγαδεύει τα σκοτάδια τα ψυχικά ,πέραν του χάους.

Η αγάπη.

Ανιδιοτέλεια. Μότσαρτ!

Μπιθικώτσης!

Η ποίηση.

Όμηρος! Με τύφλωσε το τόσο σου φως!

Ο ήλιος!

Ζωοδότης.

Πατέρας και μητέρα στα κρύα μας σπίτια.

Κοιμητήρια ζεστά από ένα γυναικείο χέρι, ένα λουλούδι στο μάρμαρο.

Θεέ μου πως αντέχεις να βλέπεις τους ποιητές να χτυπούν την νύχτα τα λευκά τους μάρμαρα;

Πάντα ο έρωτας. Αυτή η ατέλειωτη αρχαία κολώνα μεταξύ ουρανού και γης φτιαγμένη από αιμοσφαίρια.

Ειμαρμένη, με είπες, μα δεν πίστεψες πως βαθιά σε ερωτεύτηκα.

................................................................................................

Και τώρα μητέρα,

ευχαριστώ που έβαψες το δωμάτιο και το στόμα μου με κεράσι,

κάμετε έναν χορό,

ίσως λίγα πνευστά, ένα τρομπόνι, μια ντραμς,

Miles Davis.

Ένα μπουζούκι.

Χαράξτε λέξεις στα πατώματα χορεύοντας θανάτους.

Ο θάνατος δεν είναι αυτό που ξέρουμε. Τίποτε δεν ξέρουμε.

Ανοίξτε τα παράθυρα, κοιτάξτε τους καθρέφτες.

Τίποτε δεν είναι η ζωή αν δεν την έζησες.

Ένα τσίριγμα από κάποιο μεθυσμένο βαγόνι τρένου.

Ένα τσιγάρο δρόμος.

Όλα είναι δρόμος.

Τζακ Κέρουκ. Τόσο αθώος και κολασμένος.

Φέρτε ένα βιολί, ανάψτε το.

Κάντε το αηδόνι, αυτό είναι ο θάνατος, το τραγούδι από το αηδόνι.

Μάνος Χατζηδάκης. Η προσωπογραφία της μητέρας μου.

Λιτές τελετές.

Πετρολούκας πάλι.

Πεθαίνω, μα το ξέρεις έζησα. Με δόντια, με νύχια. Χορεύοντας εκστασιασμένα.

Πανσέληνος.

Μουδιάζω.

Ανατέλλω...


Πόπη Συνοδινού

Εξομολόγηση στη σκιά μου

Κάθομαι κάτω από μια γυαλιστερή παρέα από σύννεφα ενώ

το μετρό περνά αφήνοντας από το στόμα του εκατοντάδες ανθρώπους.

Περιμένω την βροχή.

Μαζί με την αναμονή της έρχονται συναισθήματα κορυφωτικά

με μια φυσική αναδίπλωση στην ανθρώπινη μου αντίληψη.

Έρχονται στιγμές που νοιάζομαι για τον άνθρωπο με διάθεση απόλυτη

με νοιάζει το άγνωστο παιδί σε ένα υπόγειο

ή κείνο που παίζει απορημένα με ένα νεο παιχνίδι.

Εγώ είχα παιχνίδια δανεικά, καμμία σημασία όμως δεν έχει γιατί φριχτά τα αγάπησα.

Πάντα διέθετα αισθητήρες στα κόκκινα μπαλόνια.

Μπορούσα εύκολα δηλαδή να διώξω την φριχτή πραγματικότητα και να μπώ σε αυτήν που ήθελα εγώ.

Με ένοιαζε που για όλα τα κακά έφταιγα εγώ, συνέπεια ενός περιβάλλοντος ανώριμου.

Έφταιγε κι η γκρίνια που φέρνει η φτώχια, τα νιάτα των γονιών που πάλευαν να μην ξοδιαστούν.

Είχα όμως τύχη καλή. Γενναίοι φίλοι μου στην φτωχογειτονιά μου φόρεσαν ασπίδα της αγάπης.

Πόσο θολό είναι το τοπίο σαν αυτή δεν την έχεις ή νομίζεις δεν σου χρειάζεται...

Το σχολείο ήταν το κοιμητήριο των αισθήσεων, έτσι το βλεπα από τον χάρακα μιας δασκάλας.

Αυτός ο χάρακας μου έμαθε πως ή θα κλάψω ή θα κρατήσω μια περηφάνεια.

Κι έκλαιγα μόνο στο σπίτι.

Με λύσσα κράτησα την περηφάνεια. Αυτή δεν είναι μια περσόνα που κρατά βεντάλια και ζητά να την προσέξεις.

Είναι το ακέραιο καταφύγιο της κατοίκησης στα ψηλά κλαδιά.

Και να μένεις ίδιος κι ακλόνητος στην ομορφιά που θες να ορίσεις για κατοικία...

Η μητέρα μου με πήγαινε σε σπίτια πλούσια.

Δούλευε με τα παιδιά τους κρατώντας τα.

Σαν λίγο μεγαλύτερη τους έπαιζα κουκλοθέατρο.

Έφτιαχνα ρόλους και λέξεις να τους παρασύρω μακριά από την παιδική πλήξη.

Λάτρευα τα βιβλία και το θέατρο.

Από εκεί έφτιαχνα τα δικά μου πειρατικά ορμητήρια βρίσκοντας εμπνεύσεις.

Ξαπόστελνα την κακία και την ζήλια δίνοντας την σε ρόλους καθαρίζοντας το χώμα μου.

Ανέβαινα σε μια καρέκλα και έπαιζα φορώντας ρούχα της μαμάς μου.

Σάλιωνα τα κραγιόνια τα ξύλινα και με έβαφα.

Κόκκινο του πολέμου ή του ηλιοβασιλέματος..

Από τότε έχω μια ευγνωμοσύνη μέσα μου για τα πράγματα.

Τους ανθρώπους. Κι ας παραπονιέμαι πολλές φορές δίχως συστολή.

Ότι συμβαίνει είναι το μπόλιασμα. Η ανακάλυψη. Η μάθηση. Η κοινωνική παιδεία.

Εντάξει δεν έχει πάντα γέλια και χαρές, μάλλον περισσότερα τα δάκρυα.

όμως κάπως έτσι αφυπνίζεσαι.

Μαθαίνεις όχι άκοπα με ποιους θα πας και ποιούς θα αφήσεις...

Αυτό που δεν θέλω να χάσω είναι αυτή η ευγνωμοσύνη μου στα πράγματα.

Την θέα της αρμονίας και της δικαιοσύνης..

Στα πάντα.

Κι ότι βλέπω τώρα στα παιδικά μάτια είναι λύπη και αγωνία.

Γιατί ξέρουν να διαβάζουν τον γονιό και τις κοινωνίες.

Πιο πολύ από τον σοφό ή τον ποιητή, είναι που δεν έχουν δεύτερες σκέψεις..

Κι αυτό τρέμω, την ύπαρξη της δεύτερης σκέψης. Που φυσικά γίνεται, απλά δεν υπάρχει μεγάλη διάρκεια..

Είμαι εδώ, πάνω από το στόμιο της αβύσσου που λέγεται άγνωστο.

Πάνω από κρατήρες θανάτου που κάποτε με αγγίζει σαν σκέψη..

Φοβάμαι. Ότι παραμύθια να σκεφτώ τον φοβάμαι.

Να προλάβω θέλω ακόμη κι άλλα.

Ανεξόφλητα όνειρα.

Πιο πολύ όμως φοβάμαι μην σταματήσω να αισθάνομαι.

Να σκέφτομαι.

Να αγαπάω.

Το μετρό συνεχίζει να ξερνάει κόσμο από το στόμα του.

Φιγούρες τρομαγμένες, σκεφτικές.

Υπομονετικοί ήρωες, ξεκάθαρο.

Ας έχουμε τουλάχιστον ό ένας τον άλλο.

Όπως τα ζώα στις αγέλες.

Κι ας μυρίζουνε το αίμα. Υπάρχει η στιγμή που το ένα γλύφει ευχαριστημένο το άλλο τιθασεύοντας το άγριο ένστικτο.

Ας χαϊδέψουμε τους φόβους μας κρατώντας τις βελουδένιες πατουσιές των γατιών.

Ένα δάκρυ όταν σμίγει με το άλλο γίνεται ποτάμι.

Το ποτάμι κάποτε έχει δύναμη να καθαρίσει το άδικο.

Και κάποτε έχει και ένα μέγιστο αποτέλεσμα στα πράγματα...

Σύννεφα από πάνω μου, ρίξε βροχή το δάκρυ σου να πλύνεις την βρώμικη μου πόλη

Η πόλη μου γέρασε πια. Κι όμως! Δεν ξέχασε πως υπήρξε και σαν έφηβος...


Πόπη Συνοδινού

Περσόνα

Ετούτη η περσόνα με το ρούχο το πρόστυχο με φοβίζει

έχει λεκέδες επικίνδυνους, φυλάξου,διαχέονται με σκοπιμότητα,

θέλει με τούτο το προσωπείο το δήθεν διστακτικό να αλλάξει την ροή στα πράγματα,

η ζωή τρέχει έξω απ το σπίτι

ψάχνει στα σκουπίδια να βρεί για σύντροφο,

ψάχνει να βρεί ένα τρυφερό λιβάδι να βοσκήσει.

Κι εσύ ξέχασες τα σανατόρια,

τα ιδρύματα που έκρυβαν πόνο και αγωνία,

τώρα αντίκρυ στέκεις από τον θάνατο των απολαύσεων της σκέψης,

στο μυαλό σου μόνο η επιβίωση, μοιάζει σαν αγέλη παρασυρμένη από το αίμα,

διψασμένη και ανήλιαγη,

πιό άγρια στην όψη από τους δράκους,

μείνε δίπλα μου,

μίλα μου μια γλώσσα που χορεύουν τα ανθρώπινα όντα,

παρέσυρε με πάλι στο ξέφωτο,

δεν ζητώ τίποτε άλλο από το να μην ξεχάσουμε να μιλάμε

να νοιώθουμε τα πράγματα πέραν του φυσικού τέλους.

Η περσόνα φορά βρακί μεταξένιο μαύρο

ίπταται με γενναίες δόσεις σε ιντερλούδιο παρανοικό,

στο ιππευτήριο της εκπαιδεύονται ερπετά αλαζονικά και πομπώδη.

Ιόχρους ο λοφίσκος τρέμει από τα δηλητήρια

σκαλίζει τις ήττες μας τις παλιές και ξύνει τις επιφάνειες,

μην χάσουμε την ευγένεια που βλέπουμε τον βίο μας

την αίσθηση που χρειάζεται να υπάρχει για να ακούμε τον κόσμο γύρω μας,

μικρόκοσμοι ανιχνεύουν τον ένα.

Ο ομηρικός ιππέας τώρα ας φωνάξει,

πρώτος να μπει με κρεσέντο πλάγιο, ο απολιθωμένος κήπος ξυπνάει και φοράει άλλα μάτια,

μην ξεχνάς να μιλάς,

μίλα μου να κάνουμε τον φόβο μας ορμητήριο όπου μαύρα πουλιά θα τον καταπιούν αμάσητο...

Σε περιμένω στην άκρη ενός γυαλισμένου δρόμου,

λάμπει από ασπίδες ασημένιες έτοιμες,

οι δικές σου δαγκάνες μέσα στις δικές μου όμορφα πιασμένες...


Πόπη Συνοδινού

50 χιλιόμετρα βόλτα στην Α... (της Πόπης Συνοδινού)

Από βράχια είναι η γυναίκα που αγαπώ κι έχει δυο πρόσωπα,

άλλοτε σκύβει επάνω μου μελαχρινή και άγρια, ανυπότακτη,

καντήλια ανάβουν με ένα πικρό της χαμόγελο,

δουλεύουν ακούραστα πάνω της οι άνθρωποι της γης,

οι κορυδαλοί φυσούν στο χωματένιο της πρόσωπο λέξεις και νότες διψασμένες.

Από βράχια είναι η άγρια πλευρά της,

σαν γυναίκα που ποτέ μαζί της δεν ξεμπέρδεψες,

τα μαλλιά της φύκια και θάλασσα και το στόμα της θυμάρι με φασκόμηλο,

γύρε επάνω στους ώμους μου τιμημένη,

τραγούδα ταξιδιάρικα και με μυσταγωγία,

πάντα σε ακούω κάτω σε ένα φαράγγι.

Είναι μέρες που σαν μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαντήλι στο κεφάλι κατακάθαρο είσαι,

στο κεφαλόσκαλο με περιμένεις, με μια γάτα μπερμπάντισσα,

με βασιλικά στην αυλή σου και μπουγάδες λαμπρές στον ουρανό,

με παιδιά που έθαψες κατάμονη με τα γέρικα χέρια σου,

μάνα από αλάτι είσαι, καπετάνισσα.

Αφήνεις να πετάξουν στις στέγες σου μαύρα πουλιά,

φοβάμαι, μου θυμίζεις θάνατο,

ξοδιάζεται η μνήμη μου να αφήσει το πένθος μακριά, κάποτε όμως ανήμπορη στέκει.

Το άλλο σου πρόσωπο ξανθό και τρυφερό ,

σέρνεις χαρές και τρύγους με σταφύλια της οργής που έγιναν πλάνες,

ερωτεύτρα,

μάγισσα,

σαν μια κοπέλα με χάρη και γητειές με μυστικά αιώνων,

απόηχος μιας ομορφιάς που παραλύει σιγά σιγά με δηλητήρια άγνωστα καλοδουλεμένα,

Τα στήθια σου κοιτούν στην θάλασσα,

τα πόδια σου στις αδελφές σου τις Κυκλάδες,

μπαίνω στον κόσμο σου και χάνομαι στην ορχήστρα σου σαν μουσικός αποξενωμένος..

Η πιό πιστή ερωμένη,

η πιο όμορφη στις σπονδές των θεών.

Λούσε με,

φάε με,

ταπείνωσε με,

άσε με νε σε πατήσω,

μίλα μου τρυφερά, εσύ ξέρεις..

Κι έχεις και άλλα πρόσωπα εκτός της κοπέλας και της γραίας,

όλες μου τις αισθήσεις ανεβάζω επάνω σου,

κείνο που με σκοτώνει είναι πως την μια με θες, την άλλη με διώχνεις,

έτσι είναι αιώνιος ο έρωτας μου λες,

ναι΄

εσύ καλά ξέρεις,

πάνω σου τόσοι αντάμωσαν τα σώματα τους σμίγοντας τα με αλάτι,

με ελιά,

με την γοητεία που βρήκα πρώτη φορά στους ρομαντικούς διαβάζοντας.

Έλα τώρα,

άσε πάνω μου όλα τα τριζόνια σου, τους τζίτζικες, τα χελιδόνια,

κείνους τους αετούς που χαράζουν πορείες αυθόρμητες,

τα πληγωμένα σου παιδιά απάλυνε τα,

δες,

ο πόνος μαζεύει στην καρδιά του όλο το αίμα,

κάνε με να αφήσω εδώ την τελευταία ανάσα μου,

είναι πως από την ζωή το τίποτε και το παν ξέρω μαζί σου ταυτόχρονα

να σαι αέρας,

να σαι νερό,

να σαι η γη γυναίκα και να σαι η αιώνια φωτιά..

Κι όταν φύγω για πάντα από εδώ, ένα χαμόγελο από πέτρα θα μαι σε κάποιο σοκάκι σου,

να σε στολίζω,

να με πατούν χωρίς να ξέρουν οι καλοκαιρινοί σου έρωτες,

να στάζω αίμα μαζί τους κι έρωτα..


Πόπη Συνοδινού

Ο Κήπος της Λήθης (της Πόπης Συνοδινού)

Τον εβλεπε απο μακρια να πλησιαζει προς το μερος της και ο ηλιος της
τυφλωνε τα ματια. Την χτυπουσε κατασαρκα, ομως αφεθηκε να ζεσταινει
την πλατη της και να παρακολουθει τον αγνωστο αντρα να πλησιαζει πιο πολυ.
Διεσχισε τα πυκνα δεντρα και τους ανθισμενους θαμνους του μεγαλου κηπου,
ειχε κατι το μεγαλειωδες στις κινησεις του. Σαν να περπατουσε διασχιζοντας
την αποσταση αναμεσα σε νεκρους στρατιωτες. Τον φανταζοταν να φορα
μια βασιλικη κορωνα, τον φανταζοταν σαν να ηταν ο μοναδικος που επεζησε
σε μια μαχη που ειχε αιμα και διαρκεια. Της αρεσε αυτο το κατι το αγερωχο
πανω του. Ηταν πολυ ψηλος, τωρα πια η αποσταση ηταν μικρη. Μπορουσε να
δει το προσωπο του, ειχε κατι απο λυπη και εκπληξη μαζι. Ματια μεγαλα
και καταμαυρα. Φυτεμενες μεγαλες βλεφαριδες και μυτη ισια και καπως
τραβηγμενη στο μακρος. Χειλη ανισα, το κατω χειλος πιο παχυ απο το επανω.
Οι ακρες του στοματος τραβηγμενες σε μια λεπτη ειρωνεια. Ενιωσε πως μετα
απο τοσο καιρο μπορουσε να αφησει την ζωη της στα χερια καποιου αλλου...
-Καλημερα σας, τι κανετε καλη μου; της ειπε καθως ηταν μπροστα της ευθυς
και μεγαλος σαν ενας πευκος. -Πολυ καλα, σας ευχαριστω, απαντησε και εβαλε
τα χερια επανω απο τα ματια της να μπορει να δει πιο καθαρα την μορφη του
καθως την τυφλωνε ο ηλιος. Κοιταξε τα χερια της και το μπλε τετραδιο
αφημενο στα ποδια της. -Γραφετε; γραφετε σιγουρα καιρο. -Πως το καταλαβατε;
εκανε εκεινη απορημενη. -Πως γραφετε καιρο; -Ναι, αυτο ακριβως.
-Ω, αγαπητη μου, φαινεται πως ξερετε να παρατηρειτε γυρω σας βαθια τα
πραγματα. Ακομη εχετε κεινη την εξυπναδα στα ματια που δεν εχουν οι
συνηθισμενοι ανθρωποι, αυτο που εχουν κεινοι που ζωγραφιζουν και γραφουν.
-Α, μαλιστα, εκανε εκεινη και χαμηλωσε τα ματια καθως αγρια αρχιζε να χτυπα
η καρδια της. Πρωτη φορα της συνεβαινε αυτο στα τριαντα της χρονια.
-Πειτε μου, θελετε να παμε εναν μικρο περιπατο, να βρουμε ενα σημειο
που δεν θα κουραζονται τα ματια μας απο τον ανελεητο ηλιο;
-Ασφαλως, εκανε κεινη και πεταχτηκε πανω με την ελαφραδα που εχει ενα ζαρκαδι.
Καθως περπατουσαν μυριζαν ηδη ο ενας τον αλλο. Μια γλυκια σιωπη τυλιγε
το μεταξι της αναμεσα τους. ΔεΝ χορταινε τον βηματισμο του, τοση αρχοντια
και φινετσα ισως να μην ειχε ξαναδει σε εναν αντρα. -Ερχεστε καιρο εδω;
την ρωτησε ακουμπωντας ποτε ποτε το κορμι της με το δικο του. Ισα ισα οσο
χρειαζοταν για να νιωσει την καρδια της να φτερουγησει σαν πουλι.
-Δεν θυμαμαι, πρεπει να ναι καιρος, εσεις; -Ουτε κι εγω, δεν δινω σημασια
στον χρονο με αποτελεσμα να ξεχνω την χρονικη λεπτομερεια. Εχω πεταξει
εδω και καιρο το ρολοι. Εσεις φορατε ρολοι; ρωτησε κι επιασε το αριστερο της
χερι φυλακιζοντας το στην μεγαλη του χουφτα. Κι επειτα αρχισε να φιλα
ενα ενα τα δαχτυλα με την λεπτοτητα που διαθετει ενα φτερο απο παγονι.
-Ουτε εγω φοραω, ειπε εκεινη και συρματινες δονησεις συγκινησης
πηρουνιαζαν το κορμι της. -Ξερετε σας ξεχωρισα απο μακρια, δεν εχετε
καμμια σχεση με αυτους που συχναζουν εδω. -Δηλαδη; τι εχουν οι αλλοι;
-Μμμ..ειναι ανθρωποι γκριζοι, δεν μου προκαλουν κανενα ενδιαφερον. Ειναι
αχρωμοι και αοσμοι. -ΝΑΙ, εχετε δικαιο, συμφωνω απολυτα μαζι σας. Με τι
ασχολειστε αληθεια;Και πως ειναι το ονομα σας; -Ειμαι μουσικος, πιανιστας.
Αυτην την εποχη ξεκουραζω τα χερια μου και προσπαθω να ανσυνταξω την σκεψη
μου σε ενα εργο που το αρχισα πριν δυο χρονια. Ξερετε περασαν τα δαχτυλα
μου μια περιοδο αγχους. Θα ξερετε ασφαλως πως υπαρχει αυτο σαν κατασταση
στους πιανιστες, ετσι δεν ειναι; -Οχι, δεν το ηξερα. Μα δεν μου ειπατε
το ονομα σας... -Ας αφησουμε τα ονοματα και τον χρονο εξω απο εμας
αγαπητη μου. Εχουμε πιο σημαντικη αποστολη να επιτελεσουμε. ΔΕν βοηθουν
τα ονοματα σε αυτο. -αΠΟΣΤΟΛΗ; τι ειδους αποστολη; -Να γνωριστουμε βαθια,
υπαρχει κατι πιο ωραιο απο αυτο; -Πως τα καταφερνετε και μονο ασφαλως
και συμφωνω να λεω αντι για απαντηση; τον ρωτησε και σταματησε να περπατα.
Τον κοιταξε καταματα. -Ειναι που το μυαλο μας συμφωνει, αυτο μοναχα.
Αληθεια ποσο σπανιο να συμφωνουν οι ανθρωποι! περνουν χρονια μαζι
πιστευοντας πως συμφωνουν και μετα μεσα σε ενα λεπτο ανακαλυπτουν πως ποτε
δεν συμφωνουσαν πραγματικα. Απλα μοιραζονταν τον χρονο τους. Οπως εκαναν
τοσα χρονια η μητερα κι ο πατερας μου.. Αληθεια δεν σας θλιβει αυτη η
διαπιστωση; -Απολυτα με θλιβει, ναι, γι αυτο κι εγω εδω και χρονια
δεν θελω παρα μονο την παρεα με τον εαυτο μου. Δεν χρειαζομαι να μοιραζομαι
τον χρονο μου. -Υποθετω ομως πως αυτο το κενο το καλυπτετε γραφοντας ε;
οπως κι εγω το καλυπτω με το πιανο μου. -Ναι, φυσικα. ΜΑ θεε μου, μου
ρουφηξατε τις λεξεις, εχει συμπηκνωθει το λεξιλογιο μου ξαφνικα.
Την επιασε αγκαζε. -Θα μπορουσα να μιλαω εγω για εσας κι εσεις να παιζετε
στο πιανο αντι για μενα. Ετσι δεν θα γνωριζαμε απολυτα μονο ο ενας τον αλλο
αλλα θα γινομασταν ενα. Παντα ηθελα να το κανω αυτο με μια γυναικα.
-Ειναι υπεροχο αυτο που λετε. Αληθεια, ποσο καιρο παιζετε πιανο;
-Μα απο μικρο παιδι. Η μητερα μου ειχε μεγαλη αγαπη με την μουσικη, αυτη με
εβαλε στον κοσμο της μουσικης και παντα με ενθαρρυνε. Μονο ο πατερας ειχε
παντοτε αντιρρησεις. -Και τις εχει ακομη; -Οχι πια, απο την στιγμη που
εδωσα ενα μεγαλο κονσερτο στην Βιεννη σταματησε. Βεβαια κι εγω απο τοτε
σταματησα να σχολουμαι μαζι του. -Ειναι λιγο λυπηρο αυτο, να μην
καταλαβαινουν οι γονεις τους ποθους των παιδιων τους. -Ναι φυσικα. Μα δεν
μπορουν να γινουν ολοι γονεις....ειχε μια λυπη μεσα στα λογια του που εκεινη
το ενιωσε αμεσως. Εφτασαν στην συστοιχια των πευκων. Ο αερας ξαφνικα δροσισε
με την αυρα του τα προσωπα τους και οι πεσμενες βελονες τους αρωματισαν
λεπτα την ατμοσφαιρα. Καθισαν κατω απο τον ισκιο ενος μεγαλου δεντρου. Για
ωρα δεν μιλουσαν, ακουγαν απλα την ανασα ο ενας του αλλου προπσαθωντας και
οι δυο να μην κανουν κατι που θα διαταραξει την ομορφια της στιγμης. Πρωτος
μιλησε αυτος. -Νιωθω πως σας ξερω, πως σας ηξερα πριν σας δω, το βρισκετε
παραξενο; -Το βρισκω συγκλονιστικο. Εγω σας εβλεπα να ερχεστε κοντα μου και
νομιζα πως σας εχω ξαναδει καπου σε μια περασμενη μου ζωη... -Ειναι υπεροχο
αυτο, και τι εικονες σας ηρθαν; ειχατε καποια εικονα, η απλα ειχατε την αισθηση;
-Να, ηταν σαν να ειχατε επιζησει μονο εσεις απο καποια μαχη και σαν να
εισασταν βασιλιας. ΜπΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΔΩ τους πεσμενους στρατιωτες διπλα στα ποδια σας..
Τοτε ο αντρας αρχισε να κλαιει. Εντελως ξαφνικα. ΕΒΑΛΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΣΤΑ
ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ κι αρχισε να κλαιει. Στην αρχη ηταν ενα σιγανο κλαμα. Μετα πηρε να
γινεται θρηνος. Τρανταζοταν ολο του το σωμα. Κλαμματα και κραυγες ασχηματιστες.
Η γυναικα τον αγκαλιασε φωναζοντας του να σταματησει. -Σας παρακαλω,
σταματειστε, φωναζε. Δεν μπορω να βλεπω τους αλλους να κλαινε , ποσο μαλλον εσας.
Μου σπαραζετε την καρδια. Του επιασε τα χερια και τα φιλαγε με λυσσα.
Αυτος ομως ουρλιαζε πια. Μεσα απο τις αναθρες κραυγες μπορεσε να καταλαβει πως
αυτη η εικονα τον βασανιζε απο μικρο. Πως εβλεπε απο παιδι να ειναι βασιλιας
και να περπατα σε μια πεδιαδα πλημμυρισμενη αιμα με χιλιαδες στρατιωτες
πεσμενους στα ποδια του. Ακομη ελεγε πως εφταιγε αυτος, αυτος δεν υπολογισε
σωστα και ηταν η αιτια να χαθουν τοσες ζωες... Η γυναικα εκλαιγε μαζι του
γεματη συγκινηση. Δεν μπορουσε να ελεγξει την τοση συγκινηση...
Ειχε συγκλονιστει απο αυτο που τους συνεβαινε. Πιαστηκαν κατω απο το δεντρο
αγκαλια και εγιναν σαν ενα ομικρον. Μεγαλος σπαραγμος. Θρηνος δυνατος σαν
βουνο που μολις μετακινηθηκε. Ματια πληγιασμενα λες και χιλιαδες πευκοβελονες
τρυπουσαν το ασπρο των ματιων τους. Κι ενας μεγαλος πονος στον λαιμο.
Και στο στηθος. Κι ενα μαυρο συννεφο να τους εμποδιζει να δουν τα προσωπα τους..
Δεν ειδαν πισω τους την γυναικα και τον αντρα να πλησιαζουν τρεχοντας..
Φορουσαν ασπρα ρουχα. -Υποτροπιασε ο πιανιστας, φωναζε η γυναικα. -Ναι, τρεχα
εσυ να φωναξεις τον καθηγητη, Φυγεεεεε, της φωναξε καθως ηταν ηδη κοντα
στο πεσμενο ζευγαρι. Εβαλε τα χερια του επανω στους ωμους του τρυφερα.
-Ελα, ηρεμησε παμε επανω στο δωματιο σου, του ειπε γλυκα. Κι ο πιανιστας λες
και μαλακωσε στην στιγμη. -Θα ρθει και αυτη μαζι μου; ρωτησε με μια φωνουλα
παιδικη σχεδον. -θα ρθει, ναι, σηκω τωρα και σταματα να κλαις.Αντε σηκω!
Κι οι ανθρωποι σηκωθηκαν και περπατησαν στον νοσοκομο διπλα.
ΓΕΜΑΤΟΙ ΠΛΗΓΕς αορατες. Αυτες ειναι οι δυσκολες και οι αγιατρευτες, οι
αορατες πληγες. Ο καθηγητης επανω ειδοποιηθηκε απο την νοσοκομα. Εδωσε εντολη
να ετοιμασουν το δωματιο για το ηλεκτροσοκ. Ο πιανιστας επρεπε να κανει
ηλεκτροσοκ.. Η αλλη θα ξαναμπαινε παλι στο κλειστο δωματιο για καιρο.
Θα της αλλαζε τα φαρμακα. Αναθεματισε την ωρα που διαλεξε αυτην την δουλεια,
ξαφνικα ενιωσε τοσο κουρασμενος.. Τοσο κουρασμενος... -



Πόπη Συνοδινού