«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσιάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παρουσιάσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρουσίαση "Σατυρικά γυμνά άσματα" στην εκπομπή "Εμμονές" της ertopen

Οι “ΕΜΜΟΝΕΣ” της ertopen, A’ Πρόγραμμα και η Νικολέττα Λιακοσταύρου σας παρουσιάζουν τον Κώστα Σφενδουράκη, ποιητή – στιχουργό με σατυρική διάθεση, ύφος και λόγο.
Στη γραμμή τρόλλεϋ Λαμπρινή-Τζιτζιφιές, ο Κώστας Σφενδουράκης “σωφάρει” με τον δικό του τρόπο, μέσα από μία εσωτερική διαδρομή τους επιβάτες της γραμμής 5 και περιγράφει με μία αιχμηρή, πολιτική σάτυρα την “ανθρώπινη βάσανον”.

Ο Βασίλης Λαγός “ντύνει” τα “Σατυρικά Γυμνάασματα” με ήχους που βγαίνουν από ένα σκοτεινό, βαθύ πηγάδι, ενώ η Άννα Γκούντρα τους αποκρυσταλλώνει θεατρικά και μελωδικά, για να αφουγκραστούμε την διαρκή αγωνία της κοινωνίας των ανθρώπων.



https://www.youtube.com/watch?v=lygJtSOTbAA

ΚΩΣΤΑΣ ΣΦΕΝδουράκης - Σατυρικά ΓΥΜΝαάσματα





































Διαβάστε το εδώ


Λαμπρινή Τζιτζιφιές (αντί προλόγου).

Από την αφετηρία ή το τέρμα της γραμμής 5 του τρόλεϊ στη Λαμπρινή μέχρι το τέρμα ή την αφετηρία του στις Τζιτζιφιές είναι περίπου 17 χιλιόμετρα. Μες στην κάθε διαδρομή θα ανέβουν και θα κατέβουν συμπολίτες μας απ’ όλους τους πολιτικούς χώρους που χρόνια τώρα άμεσα ή έμμεσα ανεβάζουν στην εξουσία ή και επέτρεψαν τον υπερπλουτισμό σε εκείνους που δεν μπαίνουν στο τρόλεϊ ή σε κάποιο άλλο μέσο μαζικής μεταφοράς και γενικότερα αποφεύγουν να βρεθούν σε χώρους που συχνάζουν οι πρώτοι τους οποίους (υποτίθεται) εκπροσωπούν ή και αφαιμάσσουν.
Η γραμμή 5 του τρόλεϊ συνδέει δυο λαϊκές περιοχές, εξυπηρετώντας κυρίως του κατοίκους τους, μέσω μιας διαδρομής που διασχίζει όλο το κέντρο της Αθήνας. Ένα κέντρο που, στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, σβήνει οικονομικά από την οικονομική κρίση που σχεδίασαν οι ελάχιστοι για να κλέψουν τους πολλούς και σχεδόν όλους σε αυτή την πόλη, σε αυτό το κράτος, σε αυτή την ήπειρο, σε αυτό τον πλανήτη. Και αυτό δεν είναι λαϊκισμός, είναι το συμπέρασμα οικονο-μικής έκθεσης της περίφημης ελβετικής τράπεζας UBS, σύμφωνα την οποία, μόνο μες στο 2012 στην Ελλάδα, γύρω στους πεντακόσιους «συμπολίτες μας» αύξησαν τον πλούτο τους κατά 10 δις δολάρια. Και τον αύξησαν τη στιγμή που πλέον ο ένας στους τρεις κατοίκους αυτής της χώρας αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης και οι νέοι μεταναστεύουν στο εξωτερικό όπου μόνο εκεί ελπίζουν σε κάτι.
Τα τρόλεϊ της γραμμής 5 περνούν και μπροστά από τη Βουλή όπου πολλοί απευθυνόμενοι προς τα εκεί θα βρίσουν για αυτά που συμβαίνουν, οι περισσότεροι θα επικροτήσουν, αλλά όλοι αυτοί τελικά αυτούς και πάλι  θα πάνε να ψηφίσουν. Κατά μήκος βέβαια της διαδρομής θα θυμηθούν να κατηγο-ρήσουν και όλους αυτούς που μαζεύτηκαν εδώ και να επιβραβεύσουν φονιάδες ακόμα, και ενίοτε και τον οδηγό του τρόλεϊ (αισθανόμενοι μία εξουσία από το ότι αυτός δεν μπορεί να αντιδράσει), διότι φυσικά και αυτός φταίει για την κρίση, ενώ αφήνουν στο απυρόβλητο τον εκτός φορολογικού συστήματος κάτοχο: υπερπολυτελών τετράτροχων, εξωχώριων (offshore) επιχειρήσεων και βιλών εμβαδού στρεμμάτων, ο οποίος εκείνη τη στιγμή στρίβει προς το Κολωνάκι.
Ένας (πιθανόν και άλλοι) λοιπόν από τους οδηγούς της γραμμής 5, ο Κώστας Σφενδουράκης, μετά τη βάρδια του ή υποθέτω και στα λίγα λεπτά του κενού, όταν αυτό υπάρχει, μεταξύ της μιας διαδρομής και της προς την αντίθετη κατεύθυνση, με το άλλο τρόλεϊ: το μέσα του, την εξαιρετική του ικανότητα να εκφράζεται με ρίμα και μέτρο, το τάλαντο με το οποίο γεννήθηκε και το οποίο καλλιέργησε στην πορεία του, ξεβράζει όλα αυτά και όχι μόνο σε Ποίηση.   

Γιώργος Πρίμπας.


------------------------------------------------------------


ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΑ 
«Το δέρμα τους ν’ ανανεώνουν
Στην καθημερινή τρυφή.»


Είχαν κατακλύσει την πλατεία. Χόρευαν μ’ όλη τους την καρδιά. Μισοί κτήνη, κρατούσαν μ’ αυλούς το σκοπό. Ιδρωμένοι γυρόφερναν τα παιδιά μας, χτυπούσαν χάμω τις οπλές τους και έλεγες γίνηκε σεισμός στον κόσμο. Κοντά στις στέγες ήταν άλλοι που σπάραζαν ανθρώπους και οι αργυραμοιβοί. Κάτι ελληνικές γυναίκες και άνδρες σ’ ανάκλιντρα και καναπέδες τουρκικούς, παζάρευαν τα ρολόγια και τ’ ασήμι, μιλούσαν μια άσχημη γλώσσα και είχαν έννοια τους τον έρωτα. 
Σπάραζαν ανθρώπους. Ζητούσαν τους ποιητές, όσους αναγνώρισαν το σημάδι και πρέπει τώρα να πληρώσουν. Ακόμα γύρευαν τα σώματα εκείνων που γνώριζαν με ακρίβεια τους άτλαντες των νεφών, τα σχήματά τους και άλλα παράδοξα που κρατούν περισσότερο από τη ζωή μας. Έσερναν στην πλατεία τους ανυποψίαστους, παίρναν τις γυναίκες και σήκωναν σκόνη σαν μεσημέρια. Έλεγες τέτοιος κουρνιαχτός είναι πόλεμος ή στρόβιλος και κανείς δεν θα σωθεί. Άλλοι γυμνοί, άλλοι με τα πάθη τους έκθετα, γδέρναν τον ουρανό, ήταν ως μέσα στα χωράφια, τρώγαν τους καρπούς και τα γεννήματα. 
Και ένας ένας οι ποιητές ή όσοι νιώθουν μυστικά τον αδιόρατο πια σφυγμό του κόσμου, όσοι θυμούνται τους παλμούς και τις ευεργεσίες με σπασμένα σώματα περιφέρονται, αυτόχειρες στους δρόμους της πολίχνης. Λεν πως κάποιοι μ’ όνομα δρεπάνι, κλέψαν για πάντα εκείνα τα πλοία και πως ποτέ δεν θα βρούμε τις γυναίκες, τα παιδιά, τις μέρες του μέλλοντος. Γελούν τρανταχτά, όλα πλαστά πάνω στα φορέματά τους. Και οι λίθοι και η πίστη και οι φιλοφρονήσεις, πλαστές, πώς σωριάζονται στ’ αρχαία χνάρια τα πολιτεύματα και ο κόσμος που ξοδεύτηκε τόσα χρόνια σ’ ερμηνείες. Οι καιροί που όλο αλλάζουν. Μόνον οι ποιητές, όσοι επιζήσουν βεβαίως, κατέχουν τον τρόπο, τη μέθοδο ας πούμε του ωραίου. Την υγεία του έρωτα, την ευλογία της μέρας και τα πάθη μας ακόμα εκείνοι τα γνωρίζουν. Έχουν δει κάτι από τα μεγάλα βιβλία των εξομολογήσεων, τα ίδια εκείνα που κρύβουν σε κρύπτες πλάι στα ποτάμια ή στα πολύ ορεινά. Οι ποιητές, οι επιζήσαντες, κηρύττουν στην πόλη, πύρινος ο λόγος τους. Ακόμη το πλήθος  που κάποτε θα διαψεύσει τους φιλοσόφους. Ιδού λοιπόν η  πόλη του μέλλοντος. Των ποιητών και του μέλλοντος. Στάχτη οι αργυραμοιβοί, οι σωματέμποροι, όλοι οι αγύρτες στους σταθμούς των τραίνων και τους πομπούς. Στάχτη ακόμη τα γένη των κηφήνων, όσοι φέρουν τα ονόματα δρεπάνια και οι ακολουθίες. Μόνον οι ποιητές, μόνον εκείνοι, όσοι βεβαίως σωθούν μπορούν να ιστορήσουν το μύθο του Σάτυρου, μπορούν ακόμα να εννοήσουν τον τρόπο με τον οποίο αυτός προσδιορίζεται, τη διάδοσή του. Μόνον ποιητές γνωρίζουν πως είναι ένας έφηβος, ένας που αναπολεί όσα η ψυχή ζήτησε. Ένας που κρατιέται από τη φύση και την καρδιά. Η ερημιά του κοιμισμένου Λυγκός είναι η αιτία της λύπης του ή πάλι που λησμόνησαν τ’ όνομα και τη γραφή του. Μοιάζει λένε οι ποιητές με τον Μύρωνα. Έτσι λένε. Πως θυμίζει κάποιον που γράφει σονέτα και πως ο κόσμος φλέγεται μονίμως στο ρυθμό του. Τα τραγούδια και τα ποιήματα είναι πάντα θεραπείες. Δεν έχουν δίκιο.
Οι ποιητές, λοιπόν, όσοι επιζούν, με την αντοχή τους μετρημένη, κρατούν αναλλοίωτο το αίσθημα μιας ελεύθερης ζωής. Κόντρα στους καιρούς γράφουν τα ονόματά και την καταγωγή τους, πέφτουν στο φως και απελπίζονται. Τα γυμνάσματά τους δραματικά, με την ιδιότητα της αφορμής. Τα ονόματά τους αιρετικά, βγαλμένα από θανάτους ετρουσκικούς. Η ορθογραφία τους διαρρηγμένη, λησμο-νημένη εδώ και αιώνες. Η αντοχή τους μετρημένη. Και να γελούν σαν τους γενναίους. 
Σας είπα. Μιλούσε μ’ όλο του το δέρμα, σαν από θυμό.

Απόστολος Θηβαίος.

Αλίκη Ψαχούλα - Ώρες





















Διαβάστε ή κατεβάστε (σε μορφή pdf), ακολουθώντας το σύνδεσμο εδώ, το τριακοστό τέταρτο βιβλίο της σειράς "εν καινώ" των 24Γραμμάτων: την ποιητική συλλογή "Ώρες" της Αλίκης Ψαχούλα.

--------------------------------------


ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Να συστηθώ.
Είμαι η Νύχτα.
Γνώριζα εκείνη την ανεμώνη από δροσόσταλο ακόμα.
Την έτρεφα με τα σκοτάδια μου,
της έδινα τη λευκότητα των βυθών
και το σφρίγος των φαντασμάτων.
Μόνο εγώ την έβλεπα γυμνή
γιατί ντρεπόταν το μαύρο της Μέρας.

Μια φορά,
τίναξα τα μακριά μανίκια μου
πιο δυνατά απ' ό,τι συνήθως.

Η ανεμώνη, λευκό πεφτάστερο, γλίστρησε στον υγρό καθρέφτη μου.
Προσπαθούσε να δει τον πάλλευκο ανθό της
ώρες πολλές μες στα Ερέβη μου.
Όταν η Μέρα πέταξε πάνω μου τη σκόνη της
η ανεμώνη ξέπνοη ξεβράστηκε στα πόδια δυο έκπληκτων ναυαγών.

Δεν μπορούσαν να ξέρουν--
αδύνατον να μαντέψουν
τον αφρισμένο ρόγχο του ανθού.
Την έπιασαν στα χέρια τους
κι αδημονούσαν για λίγο Φως ακόμα--
να ορθοποδήσουν τα πέταλά της.
Ίσα που πρόλαβα να δω την άφατη λύπη τους
σαν ο ανθός χαιρέτησε τον μίσχο
και σωριάστηκε με γδούπο πάνω στη λάσπη βράχων αλλοτινών.

Είμαι η Νύχτα.

Δεν έχω τίποτα να κάνω με το Τίποτα που βάζετε δίπλα μου.

Είμαι η Νύχτα.

Γεννώ φεγγάρια, άστρα, ανεμώνες, σαλεμένους ναυαγούς.

Είμαι η Νύχτα.

Κολυμπά μέσα μου όλο το Λευκό της Αρχής και του Τέλους.

----------------------------------


Βαλάντης Βορδός - "Ανάμεσα σε δύο θλίψεις κι εφτά νύξεις"




Διαβάστε ή κατεβάστε εδώ το ένατο βιβλίο της σειράς "εν-καινώ" με τίτλο: "Ανάμεσα σε δύο θλίψεις κι εφτά νύξεις" του Βαλάντη Βορδού.



------------------------------------------------


Πρόλογος.

Ακόμη κι αν «η μισή Ρίτα δεν έπεφτε στο μπαρ», ακόμη κι αν εγώ δεν χρειαζόταν να παραβιάσω μια σειρά «ψυχαναλυτικών» κανόνων, γράφοντας για την ποίηση του Βαλάντη Βορδού, είναι βέβαιο, πως εκείνος θα άνοιγε την πόρτα του συνεργείου του. Η ποίηση του Βαλάντη Βορδού είναι συνεργείο. Είναι και γκρεμός. Είναι και ένα ενεργειακό κλαμπ στο dοwn tοwn. Σε παίρνει από το χέρι και σε ξεναγεί ανάμεσα σε κακόφημα στέκια, κοιμητήρια, φούρνους, καταγώγια, σε απεγνωσμένο δωμάτιο που το πιστεύεις! Πάνω του περνάει ένας αλλόκοτος σχηματισμός μαύρων ερωδιών. Στέκεσαι, απροσδόκητα έκθαμβος, μπροστά σε κάτι του στερεώματος που ως τώρα δεν σου είχε αποκαλυφθεί. Μέσα σ’ αυτό το συνεργείο, γεννιέται μάλλον ένα καινούριο πλάσμα (αίματος), για να ριχτεί στα ριζά του γκρεμού ένα εξίσου ολοκαίνουριο ποιητικό σώμα. Σε κατακλύζει σφοδρό, σε πάει ένα βήμα πιο μέσα, πολλά βήματα πιο μέσα. Σε προχωράει στη ζωή, με τη λύπη και ταυτόχρονα τη χαρά, του χαραγμένου. Η τύχη είναι, πως, σχεδόν, ανταμώνεις με την αιωνιότητα…Πλησιάζεις, τόσο κοντά, σ’ αυτή την αλκοολούχο γαία που αναρριγείς από το δέος. Ο ποιητής, συρραφέας ερήμου, σε βυθίζει στο πηγάδι της Περσεφόνης για να σου δωρίσει απλόχερα το πέταγμα, την ακριβώς επόμενη στιγμή, ενισχύοντας τη δυναμική του φτερουγίσματος, με στίχους άλλης διάστασης. Θέλω να πω, διαβάζοντας, περνάς αναπόφευκτα σε μια άλλη διάσταση.

Αναγνώστης εν παραφορά στη διάσταση της ξαστεριάς.

Δίχως κανένα ωραιολογικό στοιχείο, αλλά εμμένοντας στον ακόσμητο προφορικό λόγο, η γνωριμία σου με τους ήρωες, τα κινηματογραφικά πλάνα στο μπαρ, τα συνθετικά σκηνικά από το φούρνο στο κοιμητήριο, από το μπαρ στο δωμάτιο, θα μπορούσαν να είναι το ζενερίκ για μια εισαγωγή στην ποιητική του άτεγκτου «ασκητισμού».

Μυείσαι, στίχο το στίχο, στην αρχαία πάλη που ιχνογραφείται άμεσα, στέρεα, καθαρά, ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο, στο δυνατό και στο αδύνατο, στην ύλη και στο άυλο. Βιογραφώντας τις συγκρούσεις, τις εμμονές, τις επαναστάσεις, τις ταραχές, τις ευχές, τη φυγή, η ποίηση του Βαλάντη Βορδού αντιδρά πότε ήπια και πότε επιθετικά, στο τέλος γενναία, διεκδικώντας το σθεναρό και τρυφερό της σώμα.

Σώμα, με παλμό, ρυθμό, εσωτερικότητα. Κινείται όπως το τρένο σ’ ένα ασίγαστο δρομολόγιο από τη ζωή στο θάνατο και πίσω… στην πλωραία ζωή. Η εναλλαγή από το σκοτεινό στο φωτεινό, από τη σιωπή στο θόρυβο, δείχνει τον κόσμο τραυματισμένο και εν μέρει αντίρροπο, που χρειάζεται περιποιητική περίθαλψη. Αυτό ακριβώς κάνει η ποίηση του Βαλάντη. Περιθάλπει. Θεραπεύει. Ζεσταίνει. Σε μαλακώνει και κυρίως σε κρατά ζωντανό.

Μια μαγική μεταφορά στίχων σε κάτι άλλο, διαφορετικό και ταυτόχρονα όμοιό τους.

Κάτι σαν το Τράβελλινγκ του Ταρκόφσκι στον Αντρέι Ρουμπλιόφ. Η κάμερα ξεκινάει από τον καταδότη κι όταν επιστρέφει στην αρχική θέση, μετά από περιστροφή 36O μοιρών, εκείνος λείπει από το δωμάτιο. Άλλοτε, ναυαγοσώστης αναμνήσεων. Από το ένα ποίημα ως το άλλο υπάρχει εγκλωβισμένος χρόνος όπως εκείνος που έδειχναν οι καθρέφτες του Τσόκλη σε κάποιο ερημωμένο χωριό της Τήνου. Χρόνος του έρωτα, της αγάπης, της απώλειας και του πένθους της, χρόνος ύπαρξης. Η ύπαρξη. Διαμπερή ως τραύματα τα ποιήματα, σώζονται στο αλκοόλ, στη μουσική, στο κάπνισμα, στη φασαρία.

Νιώθεις και την αμηχανία. Ωραία αίσθηση. Σύνορο της παιδικής αθωότητας.

Διαβάζοντας, η επιθυμία είναι ένα ταξίδι σε κάποια ίσως περιθωριακή πόλη του διαστήματος…μια σοφίτα με ανοιχτά παράθυρα… τι άλλο; Ένας εαυτός που ταξιδεύει, ο άλλος που επιστρέφει, κι ένας τρίτος που επιχειρεί να εξηγήσει. Πρόσωπα, όπως στην ιστορία του Πάβιτς, που η Ατέχ, πριγκίπισσα που μπορούσε να ονειρευτεί μόνο στο διάστημα που ανοιγόκλειναν τα βλέφαρά της. Να κοιμηθεί…Ή να κλάψει. Να επιτεθεί όπως η Άτροπος…η πεταλούδα του θανάτου…

Εκείνο που μένει είναι η γεωγραφία της ποίησης. Στον απόηχό της, υπάρχουν φορές που κλαις, που γελάς, καθώς η γραφή υπερβαίνει το όριο της «διακριτικότητας», του κόσμου ολόκληρου.

Τα πιο σημαντικά…αποσιωπητικά. Τα ποιήματα είναι ελευθερίας κι εγκλωβισμού. Προετοιμάζουν μια μοναξιά ή έρχονται απ’ αυτήν, σκέφτομαι, όπως ακούω τους ήχους του συνεργείου. Σόλο, τα γαλλικά κλειδιά σήμερα, και μπορεί αφορμές για ένα άλλο ποίημα. Διαλύεσαι κιόλας, στίχο με στίχο, όπως στα πειράματα του Μέιμπριτζ.

Ανέλαβε το συνεργείο. Ανέλαβε και τον γκρεμό. Χρειάζεται να μπορεί να ανασαίνει ακόμη κι αν είναι πεπεισμένος ότι δεν πρόκειται ποτέ να κόψει το τσιγάρο. Ποιήματα-αποφθέγματα Σούφι, ίσως, λέω, σχεδιάζουν ένα μέλλον, που αρχίζεις να το φαντάζεσαι ακόμη κι όταν λείπεις από αυτό.

Από τότε που «ο αέρας στα μάτια της έγινε δάκρυ στα σώματα των αγαλμάτων», μέχρι που, «αγκαλιασμένος από το αίμα της νοσταλγίας», πικραίνεσαι, κόβεσαι, ραγίζεις, σπας αλλά συγχωρείς, επικαλείσαι το αγωνιώδες και συγχρόνως εξιλαστήριο ποιητικό έργο. Και αυτό είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος, μια ανάγλυφη κραυγή στα σπλάχνα, που δοξάζει την ύπαρξη.

Είμαι σίγουρη πως κάποτε, πολύ σύντομα, θα νιώθω περήφανη που μίλησα για την ποίηση του Βαλάντη Βορδού. Παρότρυνση για οικολόγους των αισθημάτων σε συναισθηματικούς βιότοπους. Όχι πάντοτε ευθέως, αλλά με αφορμή και υπονοώντας τα, είναι ό, τι πιο σπουδαίο για να κοιμάσαι χωρίς κανένα βάρος ή να ξαγρυπνάς χωρίς κανένα βάρος, όπως την πρώτη φορά που άκουσες ροκ μπαλάντες των Κινκς.

Ποιητής στο σημείο του αναπάντητου, ή της άρσης, του επιλόγου που λείπει, σου

δείχνει τον γκρεμό με σιωπή κι είναι σαν να σου λέει: εκεί είναι, αν έχεις κότσια, πέφτεις μέσα.



Χαριτίνη Ξύδη.


Από την παρουσίαση της Νίκης των Τετριμμένων (εκδ. Βακχικόν)








Σχόλιο για τη "Νίκη των τετριμμένων" του Κ. Σφενδουράκη.

Δεν ξέρω κατά  πόσο συνιστά "ποιητική γενναιότητα" ένας ποιητής να αποφασίζει να ανακατευτεί με τα τετριμμένα και μάλιστα με τόση εκφραστική και αποδοτική εντιμότητα. Κατά την γνώμη μου πρόκειται για ένα είδος ποιητικής γενναιότητας και το λέω αυτό με δεδομένο ότι συχνά στα πλαίσια των διαφόρων ποιητικών οπτικών, οι δημιουργοί επιλέγουν τρόπους απόδοσης περισσότερο λυρικούς, συμβολιστικούς, υπερρεαλιστικούς κτλ. Άλλοι τρόποι συνιστούν προσωπική επινόηση του δημιουργού. Άλλοι πάλι δημιουργοί επιλέγουν να αποκαλύπτονται μέσω ποικίλων καλλιτεχνικών πρισμάτων και ρευμάτων. Άλλοτε πάλι η ποιητική τους συμπεριφορά χαρακτηρίζεται από παραδοξότητα ή και εστετισμό. Και εδώ για μένα έγκειται η διαφοροποίηση του K. Σφενδουράκη και της Νίκης των τετριμμένων. Ανακατεύεται με την πραγματικότητα και την αποδίδει όπως ακριβώς είναι χωρίς να θυσιάζει το αληθινό της πρόσωπο στον βωμό μιας ποιητικής που σκοπεύει να εξωραΐσει ή να προσθέσει ένα σωρό τόνους δραματικότητας  ή αδιέξοδης απαξίωσης των πάντων. Δεν έχει ανάγκη τα πρίσματα.
Αν αποδίδαμε εικαστικά  το σύνολο των τετριμμένων με τα οποία αναγκαζόμαστε να αλληλεπιδρούμε σε καθημερινή βάση όλοι μας και επιλέγαμε μέσα απ' την μυθολογία μας ένα πρόσωπο ώστε να επεικονιστούν συμβολικά, ενδεχομένως  να θεωρούσαμε πως το πρόσωπο της Μέδουσας είναι το καταλληλότερο. Κατά την μυθολογία όποιος κοίταζε το πρόσωπο της Μέδουσας πέτρωνε. Και σ' αυτό το σημείο εντοπίζω την ποιητική γενναιότητα που προείπα. Ο K. Σφενδουράκης μέσα απ' την ποίηση του κοιτάζει ευθέως  το πρόσωπο της Μέδουσας των καθημερινών και τετριμμένων. Και μάλιστα κατάματα. Άλλοτε τον λιθώνει κι άλλοτε θέτει ένα κάτοπτρο απέναντι απ' την ίδια της την φάτσα και την υποχρεώνει να δει η ίδια τον εαυτό της. Κι αυτός είναι τελικά ο μόνος τρόπος να συντριφτεί. Δεν κουνάει το δάχτυλο, δεν κάνει υποδείξεις. Γι' αυτό και πιστεύω ότι η ποίηση του K. Σφενδουράκη δεν αναγιγνώσκεται απλώς, βιώνεται.
Το λέω αυτό, έχοντας στο μυαλό μου την περίφημη φράση του Καζαντζάκη  "Μου φαίνεται πώς αν ανοίξω μιαν αρτηρία μου κι αφήσω να τρέξει λίγο αίμα, θα ησυχάσω." Ακριβώς αυτό αισθάνομαι διαβάζοντας την ποίηση του K. Σφενδουράκη. Αισθάνομαι πως αυτό που κάνει υπερβαίνει την ποίηση. Συνιστά προσωπική υπόθεση, κάτι σαν χατίρι στον εαυτό του. Ανοίγει  μία αρτηρία του και αφήνει να τρέξει λίγο αίμα για να ημερέψει. Κι αυτό δεν το κάνει επιτηδευμένα, δεν το κάνει μεγαλοπρεπώς ή χρησιμοποιώντας ποιητικές ταχυδακτυλουργίες. Το κάνει ευθέως. Μιλά ειλικρινά , μιλά πηγαία , μιλά φέροντας ένα σπουδαίο κομμάτι της Κρητικής κουλτούρας που έτσι κι αλλιώς συνθέτει την ποιητική του ταυτότητα, μιλά με μαστορία τεχνική που όμως προκύπτει αυθόρμητα, και μιλά για όλα όσα οι περισσότεροι των ποιητών αποφεύγουν να μιλούν ή όταν το κάνουν, προτιμούν να το κάνουν κεκαλυμμένα, γιατί ποιος καλλιτέχνης θα θυσίαζε την φαντασιακή καλαισθησία των ιδιωτικών ποιητικών του λημεριών, εκεί που μπορεί μακριά απ' οτιδήποτε αντιποιητικό να παλέψει τον κόσμο και να τον αλλάξει;
Μέσα στην "Νίκη των τετριμμένων", αναδεικνύεται η προσωπικότητα ενός ποιητή που δεν φοβάται να υπερβεί τα καλλιτεχνικά του αιτήματα και να ανακατευτεί με ένα σωρό τετριμμένα αποποιούμενος το δικαίωμα του να τα εξιδανικεύσει. Για τους καλλιτέχνες αυτό σημαίνει συχνά αυτοτιμωρία και ο K. Σφενδουράκης δεν λιποψυχεί όταν έρχεται αντιμέτωπος με την καθημερινή δυσωδία. Αντιθέτως την μετατρέπει σε μία ποίηση αρτιμελή που δεν χρειάζεται κανέναν τεχνικό ή εκφραστικό ελιγμό για να ψηλώσει. Και γι' αυτό επιμένω πως η τέχνη του αυτή δεν αναγιγνώσκεται, βιώνεται.


Ντόρα Βλάσση















Μια καθόλου τετριμμένη παρουσίαση.

Ο Κώστας Σφενδουράκης στον τοίχο της οδού Σαλαμίνος...
Είμασταν αρκετοί οι φίλοι που βρεθήκαμε χθες το βράδυ στο καφενείο «Οι φίλοι», Κεραμεικού και Σαλαμίνος στον Κεραμεικό, να τιμήσουμε ένα νέο ποιητή, τον Κώστα Σφενδουράκη (φωτογραφία) στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου του «Η νίκη των τετριμένων» η οποία έγινε σε σκηνοθεσία του καλού μας φίλου Άκανθου.
Ποιήματα του Κώστα Σφενδουράκη διάβασαν ο Γιώργος Πρίμπας, ο Αντώνης Ταμβακάς και η Ντόρα Βλάσση, έπαιξαν δικά τους τραγούδια αλλά και δυο του Κώστα η Μαργαρίτα Χρυσάκη και η Μάρθα Ντελούκα, τραγούδησε η Χριστίνα Μέτσικα και συμμετείχαν με τον τρόπο τους οι περαστικοί καθώς και διάφοροι σκύλοι της περιοχής. Για τον ποιητή μίλησε εκτός από τον Άκανθο και ο μόλις αφιχθείς από υπερπόντιο ταξίδι Σωτήρης Παστάκας ενώ η Τζούτζη Ματζουράνη διάβασε δυο ποιήματά του. Στην μεγάλη παρέα ήταν πολλοί γνωστοί και φίλοι και ανάμεσά τους ξεχώρισα την Πόπη Συνοδινού που είπαμε και λίγα για την Αμοργό, τη Γκέλη Κιρτσούδη, τη Νίκη Ζωγράφου, τη Δέσποινα Κολατσιδάκη, τη Ρούλα Καστρινάκη που μαζί κάτσαμε καθώς και ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης μετά της ωραίας τετράποδης Πριγκηπέσσας του και άλλοι.  
Α, ο φωτισμός στη Σαλαμίνος ήταν άθλιος κι έτσι δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα σπουδαίες φωτογραφίες, αναγκάστηκα και έβαλα φλας και λίγο πολύ, λίγες είναι οι φωτογραφίες που έμειναν να μας θυμίζουν την μεγάλη για τον Κώστα Σφενδουράκη νύχτα στον Κεραμεικό. Για την ποίηση τώρα του Κώστα, θα γράψουν και θα μιλήσουν άλλοι, πλέον αρμόδιοι όπως ο εκλεκτός φίλος Σωτήρης Παστάκας και άλλοι ποιητές.

Ηλίας Προβόπουλος.



Δημήτρης Σολδάτος - λήγω απ' όλα


ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Κοίτα αυτό το χέρι που έγινε κλαδί
Κοίτα αυτό το χάδι που έγινε φύλλο
Κοίτα αυτήν την αγκαλιά που έγινε κρεμάλα
Κοίτα αυτά τα συναισθήματα που έγιναν μυρμήγκια
Κοίτα αυτόν τον άνθρωπο που έγινε δέντρο
Κοίτα αυτές τις κεραίες που έγιναν δάσος…

Δεν ωφελεί να γράφουμε πια ποιήματα
Κραυγές άναρθρες πρέπει να βγάζουμε
Γιατί η ζούγκλα έχει την δική της διάλεκτο.

Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Φέρε το πριόνι
Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Άναψε το σπίρτο
Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Κατέβασε την μαϊμού απ’ το δέντρο
Και δώσ’ της και πάλι εγκέφαλο
Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Πρέπει να ψάξουμε για λίγο μέλι
Στην κουφάλα ετούτη που λέγεται καρδιά.

Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα
Μην παραδοθείς
Μα σήκωσε τα χέρια ψηλά
Σαν ένδειξη αθωότητας
Μήπως κι έρθουν
Λίγο κοντύτερα τ’ αστέρια –
Κι ας έρθει ο κεραυνός!




Φωτιά στον Πάγο - Παρουσίαση 14 Απριλίου 2011 στο θέατρο Πρόβα


την εκδήλωση προλογίζει η ηθοποιός
Μαίρη Ραζή

για το βιβλίο μιλάει ο ποιητής
Βασίλης Λαλιώτης

διαβάζουν ποιήματα οι ηθοποιοί
Αντώνης Ταμβακάς
Άννα Γκούντρα

Synthesizer
Πάνος Τσακωτός