«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννης Ν. Κυριαζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννης Ν. Κυριαζής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τιτανικοί αυτόχειρες

Αξιοθρήνητοι
σαν την ορχήστρα του Τιτανικού
παίζετε βαλσάκια
δίνοντας ρυθμό στα κύματα
που θα σας καταπιούν.

Ούτε που παλεύετε τη θάλασσα
ούτε που τη νανουρίζετε.

Μα πριν βουλιάξετε
θα ’χετε πνιγεί στον εμετό μου.




Ιωάννης Ν. Κυριαζής

Αχτοδοχείο

Τον φτύνουν κι αυτός εκεί
με τα σάλια κρεμασμένα στο πιγούνι
να επιστρέφει
πότε στην γκόμενα
πότε στο αφεντικό
πότε στον καθρέφτη
στην γκόμενα που τον δουλεύει
στο αφεντικό που του δουλεύει
στον δουλευταρά καθρέφτη
λες και δε θα προστεθεί στην αρχική τους αποστροφή
η τωρινή ξευτίλα
δείτε με, φωνάζει,
μπορείτε όποτε θέλετε να βγάζετε το άχτι σας πάνω μου
είμαι το αχτοδοχείο σας
κι εκείνοι τινάζουν τη στάχτη
της ματιάς τους
στο γεμάτο αποτσίνορα βλέμμα του.


Ιωάννης Ν. Κυριαζής

Το έμβρυο

Ύστερ’ από τη σύλληψή μου
το σκοτάδι μ’ ερμήνευσε -
κρίθηκα ύποπτο φωτός
κι εννέα μήνες τώρα με παρακολουθούνε.
Με το πρώτο άνοιγμα των ματιών μου
θα με ξανασυλλάβουν.


Ιωάννης Ν Κυριαζής

Πρόγονος κι απόγονος μου, το Τίποτα

Ό,τι μας λείπει, θα ’ρθεί κάποτε
να διαμαντώσει τη στάχτη μας.
Δε θα μας λυπηθεί το βλέμμα - θα μας τρυπήσει.
Δε θα μας λυπηθεί ο αέρας - θα μας σκορπίσει.
Ας λυπηθούνε τουλάχιστον τ’ άλλα.
Ποια άλλα;…

Γενιές παπουτσιών ξοδεμένες
σε δρόμους που δε μας λύναν κανένα πρόβλημα, παρεκτός
τα κορδόνια μας
έρωτες της μιας μέρας χασμουρητά της « καλημέρας »
χθες ο Ιάσονας στη λαϊκή πουλούσε το χρυσόμαλλο δέρας
στρατιές θεών που επέλασαν σε θνητά κεφάλια με κέρδος εφήμερο
την αθανασία,
φαμίλιες κράτη ο κόσμος της γης η κακοσμία στη μασχάλη
του σύμπαντος…
Όπου κενό το ανακαινίσαμε
κι όποιες ανοησίες τις νοηματοδοτήσαμε
μέχρι και τον αέρα φέραμε σε δύσπνοια
σκονίσαμε τη σκόνη
με την αφή μας
σκοτώσαμε τον ουρανό και στην κηδεία δείχναμε συννεφιασμένοι…
Ζωγραφιστήκαμε στο πουθενά κι αυτόν τον πίνακα
χάρισε ο Θεός στο Διάβολο για να τρομάξει!

Ποια άλλα;
Ραγισματιές ρίγη γραμμών ρυάκια του χρόνου
ρ υ τ ί δ ε ς, όπως και να σας πω δε θ’ αποφύγω τη σιωπή
που στο τέλος πάντοτε επιβάλλετε…
Ανθρώπων γενιές και γενιές ηλεκτρόπληκτες
από ρεύμα τάσεως υψηλής
απ’ τις γεννήτριες του Θανάτου -
ποτέ δεν παθαίνει ένα μπλακ - άουτ η ΔΕΗ του Άδη;…

Πάντως στα νεκροταφεία βλέπω συχνά σβηστά κανδήλια…

Ιωάννης Ν. Κυριαζής

Χαϊκού για το χιόνι (του Ιωάννη Ν. Κυριαζή)

Άστεγη μούσα -
στης σελίδας το χιόνι
πώς τουρτουρίζεις…

*
Κόκκινο κι άσπρο -
ματωμένη κι η μύτη
του χιονάνθρωπου.

*
Άσ’ το λυχνάρι-
όπου πενθεί το χιόνι,
λειώνει το μαύρο.

*
Νιφάδες χιονιού -
λευκά αιμοσφαίρια
των Χριστουγέννων.

*
Λευκή σελίδα ·
χιόνι που να ! φτυαρίζω
με τη γραφίδα.

*
Παρασυρμένοι
απ’ τη χρονοθύελλα
φεύγουμε όλοι.



Ιωάννης Ν. Κυριαζής

Απάντηση σε μιαν ερώτηση (του Ιωάννη Ν. Κυριαζή)

“Για πότε η παρουσίαση του βιβλίου σας;”

Η ποίησις
δεν παρευρίσκεται στις συνευρέσεις των ποιητών
δε συναγελάζεται με οιηματίες
στα καφέ των βιβλιοπωλείων
δεν περιφέρει τρεκλίζοντας το ποτήρι της
από παρέα σε παρέα
δεν πετά τη σκούφια της
γι’ αποδοχής χαμόγελα
δεν πιάνουν πάνω της βέλη φαρμακερά
δεν ξεκινά απ’ τη δοκιμή του μικρόφωνου
δεν τελειώνει σ’ απαλά παλαμάκια
δε σηκώνει τηλεφωνήματα διευθετήσεων
δεν εξυψώνεται από βάθρα ομιλητών
δεν καμπουριάζει για επίκυψη ξεσκονίσματος
δε γονατίζει μπροστά στον ύψιστο κριτή

Η ποίησις
δε φλερτάρει με τα φλας
δε συνθλίβεται σε θλιβερά κάδρα
δεν απαθανατίζεται σε άψυχα χαμόγελα
δεν ποζάρει μιας κι είναι σκιογενής

Η ποίησις
δε λογαριάζει τα νούμερα του κοινού της
δε λογαριάζεται με αριθμημένα αντίτυπα
δεν υπογράφεται με συλλεκτικές πένες
δε μοιράζεται με αφειδείς αφιερώσεις
δεν αναγγέλλεται εν είδει κηδειοσήμου
δεν απαγγέλλεται από συγκαμένους συγκινηματίες
δεν ανατριχιάζει φολιδωτούς αναγνώστες
δεν εκτοξεύεται από γραφείο για να πετύχει κρεβάτι

Η ποίησις
δεν ευκαιρεί γι’ άκαιρες συναντήσεις
δεν προσφέρεται σε τιμή ευκαιρίας
δεν αγοράζεται με ευρώ
δε χαλιέται σε ψιλά
δεν πουλιέται σε πουλημένους

Η ποίησις
παρουσιάζεται εκεί που
δεν
την περιμένεις.


Ιωάννης Ν. Κυριαζής

Εγκώμιο Α΄

Η ζωή εν τάφω, έρωτά μου νεκρέ,
στο ανθισμένο σεντόνι της άνοιξης
το κορμί μαραμένο απόθεσες.

Η ζωή, πώς φεύγει; και κανέναν ποτέ
από κάτω δεν είδα ν’ ανέβηκε.
Των μνημάτων με τυφλώνει το λευκό;

Ω θνητέ, αντέχεις το Θεό να πενθείς
μα για σένα κανένας αθάνατος
δε θα κλάψει στον τάφο σαν θα μπεις…

Βασιλιά της λύπης, Έρωτά μου, πετάς
απολιθωμένα τριαντάφυλλα
μες στου Άδη- για να σκίσεις- την κοιλιά.

Του μυαλού η τρέλα, του κορμιού ο σπασμός,
χορηγέ της πνοής μου, άπνους φαίνεσαι,
φιλημένος απ’ τα χείλη των νεκρών.

Οι νεκροί στο μνήμα, κι εσύ μες στους νεκρούς…
πιο βαθιά να σε θάψουν δε γίνεται.
Δυο καρδιές που ματώνουν την άβυσσο.

Πασχαλιές που ανθίζουν, μαραμένες ψυχές:
ποιες μοσχοβολούνε , λέτε, πιότερο;
Των ερώτων μας ο πόνος ιερός.

Τη ζωή ποιος θέλει, σαν ο πόθος δε ζει;
Ποιος και ποιον και πού θα ερωτεύεται;
Αφού όλοι ήδη είμαστε κανείς…

Ποιος, ζωή πια δίχως, ποιος, ανάσα χωρίς,
απ’ τα πλήθη των νεκρών που σε πίστεψαν
να σου δώσει το φιλί, αχ , της ζωής;…

Οι καρδιές πώς σπάγαν…,για να σμίξουν μαζί,
κι απ’ τη γη αποσπώνταν να γίνουνε
δορυφόροι στο δακτύλιο του Παντός.


Ναι , νεκρή αγάπη, όχι τ’ Άδη οχυρό,
δεν μπορεί να με διώξει το σκότος σου
να μην κλάψω ό,τι χάρηκα στο φως…

Άνοιξη θα είναι που θ’ ανοίξει η γη
κι όσοι έως θανάτου αγάπησαν
θα ξανα-αγκαλιαστούνε ζωντανοί!

(από την ποιητική σύνθεση του Ι. Ν. Κυριαζή «η παραφορά του Ερωταφίου» )
V 210. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ

Τῷ θαλλῷ Διδύμη μὲ συνήρπασεν· ὤμοι, ἐγὼ δὲ
τήκομαι, ὡς κηρὸς πὰρ πυρί, κάλλος ὁρῶν.
Εἰ δὲ μέλαινα, τὶ τοῦτο; καὶ ἄνθρακες· ἀλλ’ ὅτε
κείνους θάλψωμεν,λάμπουσ’ ὡς ῥόδεαι κάλυκες.

Αλίμονο, μου έγνεψε η Διδύμη μ’ έναν κλώνο -
την ομορφιά της βλέποντας σαν το κεράκι λειώνω.
Κι αν είναι μαύρη, τι μ’ αυτό;...Το κάρβουνο θυμίζει
που, όταν τ’ ανάβεις, λαμπερό σαν ρόδο κοκκινίζει.

XI 430. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

Εἰ τὸ τρέφειν πώγωνα δοκεῖς σοφίαν περιποιεῖν,
καὶ τράγος εὐπώγων αἶψ’ ὅλος ἐστὶ Πλάτων.

Όποιος γενειάδα αφήνοντας σοφός θέλει να γένη
τότε ένας τράγος, Πλάτων πια, θα ’ναι με τόσο γένι.

XII 21. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ

Κλέψομεν ἄχρι τίνος τὰ φιλήματα καὶ τὰ λαθραῖα
νεύσομεν ἀλλήλοις ὄμμασι φειδομένοις;
μέχρι τίνος δ’ ἀτέλεστα λαλήσομεν, ἀμβολίαισι
ζευγνύντες κενεὰς ἔμπαλιν ἀμβολίας;
μέλλοντες τὸ καλὸν δαπανήσομεν · ἀλλὰ πρὶν ἐλθεῖν
τάς φθονεράς, Φείδων, θῶμεν ἐπ’ ἔργα λόγοις.

Φείδων, ως πότε τα φιλιά θα δίνουμε λαθραία
και θ’ ανταλλάσσουμε ματιές, βλέμματα φευγαλέα;...
Με τα μισόλογα κανείς ως πότε θ’ αναβάλλει;...
Είναι η καθυστέρηση της ομορφιάς σπατάλη.
Προτού η τρίχα σου να βγει και γίνει σαν τη βέργα
εμπρός, σε λόγια τολμηρά να προστεθούνε κι έργα...


10. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 122W.

Χρημάτων ἄελπτον οὐδὲν ἐστιν οὐδ' ἀπώμοτον
οὐδὲ θαυμάσιον, ἐπειδὴ Ζεὺς πατὴρ Ὀλυμπίων
ἐκ μεσαμβρίης ἔθηκε νύκτ’ ἀποκρύψας φάος
ἡλίου λάμποντος· λυγρὸν δ' ἦλθ’ ἐπ’ ἀνθρώπους δέος.
Ἐκ δὲ τοῦ καὶ πιστὰ πάντα κἀπίελπτα γίγνεται
ἀνδράσιν· μηδεὶς ἔθ' ὑμέων εἰσορέων θαυμαζέτω,
μηδ’ ἐάν δελφῖσι θῆρες ἀνταμείψωνται νομὸν
ἐνάλιον καὶ σφιν θαλάσσης ἠχέεντα κύματα
φίλτερ' ἠπείρου γένηται, τοῖσι δ’ ὑλέειν ὄρος.

Ανέλπιστο και θαυμαστό τίποτε δεν υπάρχει
αφού ο Δίας ο θεός που τους Ολύμπιους άρχει
μεσημεριάτικα έφερε νύχτα σ’ όλους τους τόπους -
το φως του ήλιου κρύβοντας, τρόμαξε τους ανθρώπους.
Και από τότε τίποτε απίστευτο δε μοιάζει
ούτ’ αν το αγρίμι την τροφή με το δελφίνι αλλάζει
κι αγαπητό της θάλασσας, σ’ αυτό, το κύμα αν γίνει
κι αν αγαπήσει του βουνού τα δέντρα το δελφίνι.

(από το βιβλίο «σαν ρόδο υποπόρφυρο… Παλατινή ανθολογία», σε μετάφραση Ι. Ν. Κυριαζή)

Με άνω τελείες για άνω-κάτω ζωές

Χειµωνιάτικο δειλινό χαµηλωµένο στη θλίψη• µεθυσµένο παραµυθάκι που
τρεκλίζοντας χάνεται στο χιόνι• κι εκείνος ο άγγελος που δεν πιστέψαµε και
κρεµάστηκε από ένα κλωνί χριστουγεννιάτικου δέντρου• µόνο, τις νύχτες που σε
συλλογιόµουν, γέµιζε το δωµάτιο από τους ίσκιους των φτερών του που ανοίγανε
σιγά-σιγά.


Ιωάννης Ν. Κυριαζής
από την ποιητική συλλογή «Μαύρο σαν την ψυχή του χιονιού», 1992