τι σε ξύπνησε εκείνα τα πρόσωπα που δεν πίστευες ότι ζουν
ακόμα αφού ξέρεις τί βιάζεσαι σου μένουν έξη ώρες έξη
ολόκληρες ώρες παράδεισος φαϊ από το καλό ξάπλα με τα
πνευμόνια αδρανή χωρίς την απειλή της γλώσσας δεν έχεις
να πεις τίποτα αλλά κιόλας τα πράγματα έχουν πάρει τον
κατήφορο τί βιάζεσαι εκείνος έχει κάνει κιόλας τα κουμάντα
του στο σημειωματάριο γράφει λίρες για το παιδί ο ταξιτζής
που θα σε πάει μισοκοιμάται στην πλατεία ο κύριος χάρβαλος
είπε στην προϊσταμένη να ρθει πιο νωρίς κάτι βαμβακερά
αποστειρωμένα σε περιμένουν τί ξύπνησες και μου βιάζεσαι
που θα πας από τώρα η γυναίκα νιώθει βαριά είναι στις μέρες
της πάει για το αγόρι λέει της είπαν λέει έχει μυτερή κοιλιά...
ένα παλιό άλογο αντιπατάει στο παχνί κι ύστερα κοιμάται
εσύ γιατί ξύπνησες έχεις έξη ολόκληρες ώρες να αποφασίσεις
αν... στο καφενείο η μπόμπα τράβηξε όπου να ναι θα κλείσουν
ακούγονται κοκόρια και σκυλιά όπως είκοσι χρόνια αργότερα
που θα κατέβεις με το νυχτερινό τρένο και θ' ανέβεις τη
λεωφόρο... το τηλέφωνο στην πιάτσα των ταξί χτυπάει μια
δυο κι ύστερα σωπαίνει τί βιάζεσαι όλα είναι κανονισμένα ως
κι η γιαγιά από την Αθήνα έχει έλθει, οι νοσοκόμες θα βγούν
από τις αυτόματες πόρτες να πουν αγόρι για ν' αρχίσουν όλα
αυτά τί σηκώθηκες πιες ένα τσάι πάρε ένα αντιπυρετικό κι
αποκοιμήσου... έχεις ακόμα έξη ολόκληρες ώρες για να
γεννηθείς, έτσι δεν κάνεις μισό και πάνω αιώνα τώρα;
Γιώργος Μίχος