«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Κοντογιαλός


 Τώρα είμαι μία σταλιά φράκταλ στις άμμους.Είναι η σελήνη που μας έγινε ξενώνας.Δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση να θεωρηθώ αληθινή λουόμενή παρα μόνο εδώ , τη νύχτα ,που κείμαι έχοντας τον ουρανό σφοντύλι.Κυριολεκτώντας.

Είναι ανήκουστο αυτό που με παραφυλά. Είναι μία αφύσικη κοσμοχαλασιά απο μικροσκοπικά σφοντύλια που λαμποκοπούν και το βάρος τους είναι ανυπολόγιστο.Η αιθέρια γέφυρα , ο μυστικός λοξίας , είναι οι δυο πυλώνες που συγκρατούν την μία και μοναδική μου ευκαιρία να δώ.

Αλλόκοτα ζωντανά , όλο έπαρση ανθρωπίσκοι , ευχαριστιόμαστε κάτω απ' τους χρυσούς τρούλους και το κατανυκτικό μας δέος είναι απο φόβο.Τη  νύχτα αυτή , έχω στ΄αλήθεια νεραϊδοπαρθεί και δεν έχω ούτε μία ευθύνη για την θεομηνία μου.Λίγα μέτρα πιο εκεί ένα ησυχαστήριο νερών  , όμοιο με απολίθωμα σειρήνας όλο με θέλει.Είναι ατάραχο όπως οι φτελιές που απελπίζονται τις μέρες τις άπνοιας.Ξέρω πώς θα μπορούσα με τυμπανοκρουσίες να οριοθετήσω ένα δικό μου οικοπεδάκι πάνω στην γαληνότατη δημοκρατία του ,αλλά είμαι ένα φράκταλ ακινητοποιημένο , με το ουράνιο πανδαιμόνιο κοπανημένο στο κεφάλι μου.

Το σαμοβάρι των κόσμων πώς μας σιγοβράζει.Αυτό το ακριβοδίκαιο και ακριβοάδικο σαμοβάρι πώς μας μαγειρεύει.Πεντάμορφη βράση χιλίων χαρακτήρων μέσα στην απροβλεψιμότητα σου πόσο μπορώ να νιώθω τυχερότατη που είσαι σπίτι μου.



Ντόρα Βλάσση 

Μαμωνάς

                       στον Άκανθο


Μες στο ναό του Μαμωνά
πρεσβύτερος ιερουργεί.
Ψηλά τα χέρια του κουνά
με εξουσία, με οργή !

Έχει αρχίσει η τελετή
επικρατεί παντού σιωπή...
Πάνω πετούν χρυσοί αετοί
και σταματούν όταν τους πει.

Στον "νέο" το χρίσμα θα δοθεί,
έτσι αποφάσισε ο θεός...
Σαν καταρράκτης θα χυθεί
πυκνός, γυαλιστερός, φαιός.

Έξω ο κόσμος μες στο φως
σκυφτός, ρακένδυτος, σοφός...


Κώστας Σφενδουράκης

Αστέρια ( του Gottfried Benn )


Αστέρια-μέρες πνιγηρές,
ξόρκια, ικεσίες χρονοβόρες.
Θεοί κρατάνε ζυγαριές
καθώς διστάζουνε οι ώρες.

Πάλι κοπάδια τα χρυσά,
φως, ουρανός, πέπλο και πάλι,
κάτω από φτερά νεκρά φυσά
το παρελθόν κάτι να βγάλει;

Λαχτάρα που ‘χει ξαναρθεί,
τα ρόδα, εσύ, μέθη που στάζει-
το καλοκαίρι έχει σταθεί
τα χελιδόνια να κοιτάζει,

μια εικασία ακόμη μια,
η σιγουριά πως θα κρατήσει:
με ταξίδι στο κύμα, με νυχτιά
τα χελιδόνια έχουν μεθύσει.


Σε μετάφραση Νίκου Βουτυρόπουλου
ένα ποίημα του Gottfried Benn
(έμμετρη απόδοση Κώστας Σφενδουράκης)

Μπαλάντα του Σκαλκώτα και του Πρίμπα


Ουτιδανέ μου Ουρανέ, πρόσεχε μη σκοντάψεις.
Πρόσεχε μη γίνεις πρόστυχος, σαν κανα καθίκι,
Και σύννεφα, επιμελώς, στα χνώτα σου τα θάψεις.
«Άλικ' Αλίκη σ' αλυκή, και ν' αλυχτούν οι λύκοι.»
Ρίξε βροχή καλέ θεέ! λυπήσου το αρμυρίκι.
Συ θεός αρειμάνιος, γεννάς παντού τα φώτα,
Στολίζεις και τους ποιητές, διάδημα το φύκι!
«Του Σκαλκώτα τα βιολιά, ηλύσια βαρελότα.»

Ουτιδανέ μου Ουρανέ, τους προβολείς ν' ανάψεις,
Μολπές ωραίες τραγουδάς του Πίνδαρου τ' ασίκη.
Στην άγια ραθυμία σου χνοάζουνε οι λάμψεις.
Αφού 'μαστ' άχρονοι, λοιπόν, ο κόσμος μάς ανήκει.
Του ηττημένου δίνεται αυτή εδώ η νίκη.
Ο ουρανός, σαν κόκορας, φλερτάρει μία κότα,
ξεπέρασε το όριο, τον συλλαμβάνει η δίκη!
«Του Σκαλκώτα τα βιολιά, ηλύσια βαρελότα.»

Ουτιδανέ μου Ουρανέ, μην πας να παραγράψεις
Πώς και συ -ο αιώνιος-, συχνά πληρώνεις νοίκι.
Μαριόλη, αλογόμυγες χρυσές θέλεις να χάψεις,
Δεν είναι, φίλτατε, αυτό μαγκιά ούτ' αντριλίκι!
Πλήρωσε φόρο στον ποιητή, δώσ'του 'να καπίκι!
Αφού ολούθε χύθηκε, ασπαίρει άσπρη νότα,
Ξέχασε της διανόησης το έρμο ρεζιλίκι !
«Του Σκαλκώτα τα βιολιά, ηλύσια βαρελότα!»

Όταν «έγκριτοι», μιαροί, έψεγαν το «καζίκι»,
Εσύ αποκοιμήθηκες, μαρμάρινα τα ώτα..
Το «Ιαμβίζειν», πά' να πει: ξίφος βγάζ' απ' τη θήκη:
«Του Σκαλκώτα τα βιολιά, ηλύσια βαρελότα!»


Θανάσης Αθανάσιος