«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».
Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο
Ντουζ
Μας αρέσει να κάνουμε ντουζ στη συνέχεια
(θέλω το νερό πιο ζεστό από κείνη)
και το πρόσωπό της είναι πάντα απαλό και ήρεμο
και θα με σαπουνήσει πρώτη
θα απλώσει τον αφρό στ’ αρχίδια μου
θα τα σηκώσει
θα τα ζουλίξει
μετά θα σαπουνίσει τον πούτσο:
‘Ε, αυτό εδώ είναι ακόμα σκληρό’
ύστερα θα πιάσει όλες τις τρίχες κάτω εκεί,
την κοιλιά, την πλάτη, το λαιμό, τα πόδια,
χαμογελώ με ευχαρίστηση
κι ύστερα τη σαπουνίζω εγώ…
πρώτα το μουνί
στέκομαι πίσω της, ο πούτσος μου στα μάγουλα του πισινού της
σαπουνίζω απαλά τις τρίχες του μουνιού,
την σαπουνίζω εκεί με απαλές κινήσεις,
παραμένω ίσως περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται,
κι ύστερα ασχολούμαι με το πίσω των ποδιών, τον κώλο, την πλάτη,
το λαιμό, την γυρίζω απ΄την άλλη, τη φιλώ,
σαπουνίζω τα στήθη, την πιάνω εκεί και πιο κάτω στην κοιλιά,
το λαιμό, το μπροστινό των ποδιών,
τους αγκώνες, τις πατούσες,
κι ύστερα το μουνί, άλλη μια φορά, για γούρι.
ακόμα ένα φιλί και βγαίνει πρώτη,
σκουπίζεται, μερικές φορές τραγουδά καθώς εγώ παραμένω,
γυρίζω το νερό στο πιο ζεστό,
νιώθοντας τις καλές στιγμές του θαύματος της αγάπης
ύστερα βγαίνω
είναι συνήθως απόγευμα και ήσυχα,
και καθώς ντυνόμαστε συζητάμε τι άλλο
θα μπορούσαμε να κάνουμε,
αλλά το να είμαστε μαζί λύνει τα περισσότερα θέματα,
στην ουσία τα λύνει όλα
μια και όσο αυτά τα θέματα παραμένουν λυμένα
στην ιστορία της γυναίκας και του άνδρα,
είναι διαφορετικά για τον καθένα,
για άλλους χειρότερα, για άλλους καλύτερα,
για μένα, είναι αρκετά θαυμάσιο να θυμάμαι
τις παρελάσεις των στρατών
και τα άλογα να περπατούν στον δρόμο
τις αναμνήσεις του πόνου και της ήττας και της δυστυχίας:
Λίντα, εσύ μου το πρόσφερες,
όταν το πάρεις πίσω
κάντο αργά κι αβίαστα
κάντο σαν να πεθαίνω ενώ κοιμάμαι
παρά ενώ είμαι ξύπνιος
αμήν.
Τσαρλς Μπουκόβσκυ
(θέλω το νερό πιο ζεστό από κείνη)
και το πρόσωπό της είναι πάντα απαλό και ήρεμο
και θα με σαπουνήσει πρώτη
θα απλώσει τον αφρό στ’ αρχίδια μου
θα τα σηκώσει
θα τα ζουλίξει
μετά θα σαπουνίσει τον πούτσο:
‘Ε, αυτό εδώ είναι ακόμα σκληρό’
ύστερα θα πιάσει όλες τις τρίχες κάτω εκεί,
την κοιλιά, την πλάτη, το λαιμό, τα πόδια,
χαμογελώ με ευχαρίστηση
κι ύστερα τη σαπουνίζω εγώ…
πρώτα το μουνί
στέκομαι πίσω της, ο πούτσος μου στα μάγουλα του πισινού της
σαπουνίζω απαλά τις τρίχες του μουνιού,
την σαπουνίζω εκεί με απαλές κινήσεις,
παραμένω ίσως περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται,
κι ύστερα ασχολούμαι με το πίσω των ποδιών, τον κώλο, την πλάτη,
το λαιμό, την γυρίζω απ΄την άλλη, τη φιλώ,
σαπουνίζω τα στήθη, την πιάνω εκεί και πιο κάτω στην κοιλιά,
το λαιμό, το μπροστινό των ποδιών,
τους αγκώνες, τις πατούσες,
κι ύστερα το μουνί, άλλη μια φορά, για γούρι.
ακόμα ένα φιλί και βγαίνει πρώτη,
σκουπίζεται, μερικές φορές τραγουδά καθώς εγώ παραμένω,
γυρίζω το νερό στο πιο ζεστό,
νιώθοντας τις καλές στιγμές του θαύματος της αγάπης
ύστερα βγαίνω
είναι συνήθως απόγευμα και ήσυχα,
και καθώς ντυνόμαστε συζητάμε τι άλλο
θα μπορούσαμε να κάνουμε,
αλλά το να είμαστε μαζί λύνει τα περισσότερα θέματα,
στην ουσία τα λύνει όλα
μια και όσο αυτά τα θέματα παραμένουν λυμένα
στην ιστορία της γυναίκας και του άνδρα,
είναι διαφορετικά για τον καθένα,
για άλλους χειρότερα, για άλλους καλύτερα,
για μένα, είναι αρκετά θαυμάσιο να θυμάμαι
τις παρελάσεις των στρατών
και τα άλογα να περπατούν στον δρόμο
τις αναμνήσεις του πόνου και της ήττας και της δυστυχίας:
Λίντα, εσύ μου το πρόσφερες,
όταν το πάρεις πίσω
κάντο αργά κι αβίαστα
κάντο σαν να πεθαίνω ενώ κοιμάμαι
παρά ενώ είμαι ξύπνιος
αμήν.
Τσαρλς Μπουκόβσκυ
Πρόσφυγας (Ρουμπαγιάτ)
Σε μια φυγή χωρίς καμία τύχη
βλέπει να ορθώνονται μπρος του τείχη
και να γκρεμίζονται να τον πλακώνουν.
Νεκρός... τον ζουν τώρα μονάχα στίχοι.
Κώστας Σφενδουράκης
βλέπει να ορθώνονται μπρος του τείχη
και να γκρεμίζονται να τον πλακώνουν.
Νεκρός... τον ζουν τώρα μονάχα στίχοι.
Κώστας Σφενδουράκης
Το κάστρο στην Καλλιμασιά της Χίου
Αυτή
η νύχτα δεν προστέθηκε στις χίλιες
το
παραμύθι είναι δικό της δίχως ύλη
σε
ονείρου κάστρο, στολισμένη βοκαμβίλιες
η
τόση δα μα δυσθεώρητή του πύλη.
Ενώ
το γράφω αγναντεύοντας στη Χίο
απέναντι
ένα κομμάτι από Τουρκία
το
αεράκι απαλά περνάει, θείο !
Ζώσα
πνοή που θα γεμίσει τα σαρκία.
Φωνές
αμέτρητες, αμέτρητα τζιτζίκια
να
τραγουδούν κάτω απ’ την κόκκινη σελήνη
και
να σκορπίζουν στον αέρα μύρια δίκια
μύριες
ελπίδες και μια ατέλειωτη γαλήνη.
«
Ο Διαβολάκος θα ντυθεί φέτος στην τρίχα. ‘’
κάτω
οι γάτες μεταφέρουν τα μαντάτα...
Κοιτώ
και βλέπω το άρωμα απ’ τη μαστίχα
να
απλώνει γλείφοντας επάνω της μια γάτα.
Το
νεογέννητο ! Τη Νάνσυ αυτό τη νοιάζει.
Την
αγκαλιά της ταΐζοντάς το κάνει λίκνο...
Στην
αγκαλιά της με ασχημόπαπο κι αν μοιάζει
μεταμορφώνεται
σιγά σιγά σε κύκνο.
Τέλος
ζωοφόρο όπως σε κάθε παραμύθι.
Τίτλος
: « Το κάστρο στην Καλλιμασιά της Χίου ‘’.
Φτιάχνω
δυο αντίτυπα με αρίθμηση αρχείου.
Στέλνω
στη μνήμη ένα απ’ τα δυο, τ’ άλλο στη Λήθη.
Κώστας Σφενδουράκης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)