«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτιά στον πάγο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φωτιά στον πάγο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ» του Απόστολου Θηβαίου


Σχόλιο στην ποιητική εργασία του Κώστα Σφενδουράκη «Φωτιά στον Πάγο»

«Έρχονταν από το βάθος του καιρού. Οι θριαμβευτές των εξεγέρσεων, όσοι αρνήθηκαν ένα βέβαιο φόνο, οι εργάτες των αποικιακών ερήμων, ορισμένα παιδιά που είχαν διασώσει με αγωνία την αθωότητα και εκτιμούσαν πια τον κόσμο με όλη την έκπληξη που του αρμόζει, διωγμένες ράτσες με κατάσχιστα φτερά, οι ναυπηγοί των μεγάλων, γκρίζων πλοίων, ένας διάσημος θηριοδαμαστής με τους αμμολίθινους λέοντες, οι σκοτωμένες γυναίκες από τις τσαγκαράδικες φαλτσέτες στα πιο απόμερα μέρη της κακόφημης Μαδρίτης. Έρχονταν όλοι. Κομψά, ανθρώπινα ερείπια και εμπρός οι σκλάβοι με τους αστραγάλους πληγιασμένους, έσερναν ο καθένας ό,τι πεθύμησε πιο πολύ. Εντυπωσιακότερο όλων εκείνο το επιτραπέζιο παιχνίδι με τον αεροναύτη, τον Χιλιανό καλόγερο, τον αστρολάβο της μικρότατης κλίμακας, τους στρατιώτες που αιχμαλωτίστηκαν. Έρχονταν και άλλοι, πολλοί και τους διακρίναμε, έτσι μακρυσμένους ως σημεία, καθώς ήταν, από τα μάτια. Διογκώνονταν με τα χρόνια και γίνονταν κάποτε τεράστια μες εξώστες τους. Μεγάλα, μαύρα μάτια, σαν σκοτεινές πόρτες εκκλησιών. Κομψά, ανθρώπινα ερείπια.»

Η ποίηση του παρόντος και του παρελθόντος χρόνου, συνίσταται στην εκτίμηση της ανθρώπινης πορείας από τη μια και στην επισήμανση του ίδιου του στίγματός της μες στην επίγεια επικαιρότητα. Ετούτη η ποίηση μοιάζει να φέρει την ήμερη, συντηρητική οπτική των συντελεσμένων καιρών ή πάλι εκείνων που μαίνονται, δίχως να μπορεί να αποσαφηνιστεί η μεγαλειώδης σημασία τους μες στην ακαθόριστη εξέλιξη της ανθρωπότητας. Με άλλα λόγια η ποίηση του παρελθόντος και του παρόντος χρόνου συνιστά μια αφετηρία συντηρητική και γαλήνια, ίσως γιατί αποδόθηκαν πια ολοκληρωμένα τα αίτια και οι συνέπειες μιας ολοκληρωτικής ήττας. Τα ανθρώπινα οράματα, τροφοδοτικά της εξειδικευμένης, αυτής στιχουργικής θεώρησης ή θεματικής, πάει να πει δεν φέρουν την αποκρουστική θέα της σήψης, μα την αίγλη και το δέος ερειπωμένων μνημείων.

Οι προλογικές αυτές επισημάνσεις άλλο σκοπό δεν έχουν παρά να δοκιμάσουν να αποκωδικοποιήσουν την αισθητική της ποιητικής του Κώστα Σφενδουράκη. Η υποκειμενικότητα της ποίητικής λειτουργίας άλλωστε, επιβάλλει μόνον εκτιμήσεις και απόπειρες αποκωδικοποίησης του προσφερόμενου υλικού της. Ο ποιητής στρέφει το βλέμμα του στον παρελθόντα χρόνο, δίχως να στοχεύει σε μια ιδεολογική κριτική πέρα και έξω από τα ανθρώπινα. Η «φωτιά στον πάγο» άλλωστε, τίτλος της ομώνυμης, ποιητικής συλλογής πέρα από το ανθρώπινο στοιχείο, το οποίο φέρει ως ένδειξη αίσθησης, την ίδια στιγμή επιβεβαιώνει την πρόθεση του ποιητή να «τραγουδήσει» το παρελθόν. Να συνεκτιμήσει μαζί με όλους μας,-η επικοινωνιακή δυναμική της ποίησης δεν μπορεί παρά να αποτελεί φυσικό αυτοσκοπό της-, τις ακυρώσεις, τις διαψεύσεις, τους κλονισμούς που χαρακτηρίζουν τις στιγμογραφίες του παρελθόντος.

«Ακολουθήσαμε το ανθρώπινο κοπάδι. Κάποιοι κλαίγαν και έσφιγγαν τα πρόσωπά τους, καθώς εκείνες οι γηραιές γυναίκες των επαρχιακών εκκλησιών που καταβάλλονται με τέτοια θεατρικότητα εμπρός στο θαύμα του κόσμου και αφήνουν κατάλευκα τα γόνατα του σκηνώδους αγίου. Άλλοι δοκιμάζονταν και τούτο γινόταν σαφές από ορισμένους ολοφάνερους δισταγμούς. Ένας μάλιστα, άνδρας προχωρημένης ηλικίας, μια μορφή πατριαρχική, όπως εκείνοι οι πράοι βοσκοί που μελετούν μες στο χάραμα τους αυτοσχέδιους ημεροδείκτες, στάθηκε και πέθανε στο μέσον του δρόμου και πέρα οι λόφοι σηκώνονταν ο ένας μετά τον άλλον, πελώριοι λόφοι με άγρια άλογα και ανθρώπους σαν μύγες που κατάκλυζαν τις πηγές και στα αρχαία αναβρυτήρια τα κορίτσια των ναύλων και  κάθε που ακούγαμε την κραυγή του παγονιού ο Ρεϊνάλντο μέσα από τις βροχές μας γελούσε μες στο επισκοπικό του ένδυμα. Ας γνωρίζαμε πως το χαμόγελό του αυτό στέκει πάντοτε πέρα και έξω από τον κόσμο, εμείς ακολουθούσαμε.»

Η ποίηση του Σφενδουράκη συνιστά ένα μέσο παρηγοριάς για τις λανθασμένες εκτιμήσεις, την αλόγιστη εκείνη πορεία του ανθρώπου, που αψηφά επιδεικτικά το μέτρο, την τρυφερότητα, την ύβρη και ολόδροσες, υπέροχες Καρυάτιδες καλούνται τώρα να σηκώσουν στους ώμους ένα βάρος υψηλότερο από την επικλινή στέγη του ναού. Η στιχουργική της «Φωτιάς στον πάγο» δεν μπορεί παρά να χαρακτηρισθεί βαθύτατα ανθρωπιστική, σχεδόν φιλάνθρωπη, προσωπική την ίδια στιγμή, με μια ευρύτητα όμως ακμαία, ικανό στοιχείο ώστε να προικίσει το έργο με μια γενναιοδωρία απρόσμενη.Ο Σφενδουράκης βασίζει τα στιχουργήματά του, πέρα από την ορισμένη φόρμα, σε όρους υπαρξιακούς, αντλημένους και καθορισμένους από βιώματα προσωπικά και παρατηρήσεις συλλογικότερες και ορισμένες. Η τεχνολογική εξέλιξη καθίσταται ένα πρότυπο για τον παρόντα χρόνο, ένα σύγχρονο ιδανικό, το οποίο με τόση σκληρότητα εξαργυρώνεται μες στα πλαίσια του ανθρώπινου βίου. Η μοναξιά, μοντέρνο αρπακτικό, εξημερωμένο να στέκει στα πόδια μας, τόσο πιστό όσο και η βέβαιη επιρροή της στον ανθρώπινο ψυχισμό. Ο ηττημένος ερωτισμός, βιομηχανοποιημένος και επίκαιρος τοποθετείται πέρα από τη φύση του ανθρώπου. Ο Κώστας Σφενδουράκης εγκιβωτίζει μες στις μπαλάντες του ολόκληρη τη θέαση του σύγχρονου τρόπου ζωής ενώ την ίδια στιγμή, με την τεχνική του επάρκεια φέρει κάθετες, αυστηρές τομές σε επιφάνειες συναισθηματικές. Η τεκτονική δομή της ποίησής του ακόμα και αναναπαράγει με εύστοχο τρόπο ήδη χρησιμοποιημένες φόρμες, εντούτοις κατορθώνει να την προικίσει με το λυρισμό και το δικό του, εσωτερικό ρυθμό. Οφείλουμε δε να σημειώσουμε  πως μιλώντας για αναπαραγωγή, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε την ποιητική τόλμη του ποιητή να μορφοποιήσει την έμπνευσή του μες σε τόσο ασφυκτικά, τεχνικά πλαίσια. Προφανώς υφίσταται η ικανότητα αλλά και το συναισθηματικό απόθεμα, για έναν τέτοιο, προσωπικό λυρισμό.

«Όταν επιτέλους φτάσαμε στη μεγάλη πύλη, κάτι αρχαία βημόθυρρα που είχαν άλλοι, πριν από εμάς χτίσει, αφήνοντας ένα ορισμένο στίγμα, πραγματοποιώντας μια κορυφαία συνεργασία με το χρόνο και την τοπογραφία ήταν πια αργά. Είχαμε αποκτήσει άγρια δόντια και σπαράζαμε τα μάτια μας και ήταν ολότελα ματωμένες οι ζωές μας. Βαδίσαμε μες στην αλπική σήραγγα, τραγουδώντας δίχως τις βυζαντινές φωνές μας που θα επισήμαιναν πια πως είχαμε μαθητεύσει σε σπουδαίες αυλές και είχαμε διδαχθεί από αλησμόνητες θρησκείες. Σφίξαμε τα χέρια μας, καθένας φορτώθηκε το χώμα του, μεγάλες λάμπες θυέλλης για τον καιρό της τυφλότητας, το φως ήταν δηλητηριασμένο, μας επισήμαναν το λοιμό που φλέγει τους τόπους πέρα από εδώ και μέσα μας. Έπειτα δακρύσαμε γιατί όσα και αν είχαμε σχεδιάσει καθώς χωριζόμασταν, εκείνα τα μαύρα πουλιά της χαράδρας κατέφταναν σπαραχτικά και ανήμερα και έκοβαν μεγάλα κομμάτια από χρόνο και μήτε οι καθρέφτες τα τρόμαζαν, μηδέ οι επίδεσμοι που ανέμιζαν σαν τις σημαίες των ανακωχών.Ο πρώτος που σκοτώθηκε από τις επίμονες επιθέσεις ήταν ένας άνδρας γεννηθείς το 1968 στην Αθήνα. Το όνομά του ήταν βαθιά ανθρώπινο. Λεγόταν «Ωραιοθήρας.» Έφερε μια διακριτική διαφάνεια στο πρόσωπο, κάποια παλινωδία στην αιμάτωση των ματιών του. Μπορεί κανείς να πει πως έμοιζε με εκείνες τα ελαιογραφικά τοπία του ζωγράφου Πάρι Πρέκα ή πάλι έρχονταν στιγμές που άφηνε μακριές, σιωπηρές κραυγές. Απέμενε δηλαδή το σχήμα του στόματος, καθώς οι μορφές από τη «Νέκυια» του Μπόντσογλου. Η όψη του ήταν τρομερή, ακηλίδωτη, μια διαυγής ανθρωπογραφία. Κανείς δεν θυμάται τίποτε παραπάνω. Μην επιμείνετε.»

Ο κριτικός Χατζίνης σε κάποιο από τα ποικίλα, στοχαστικά κείμενα των δημοσιεύσεών του επισημαίνει πως μες στην έκφραση του φόβου, υφίσταται σκοπιμότητα και ευκαιρία. Σε τούτο ακριβώς  τα τρεμάμενα εδάφη ο Κώστας Σφενδουράκης εντοπίζει τον πρόσφορο χώρο προκειμένου να επιβεβαιώσει τούτο την αξιωματική θέση. Η ποίησή του είναι βαθιά ανθρώπινη, ξεκάθαρα κοινωνική, καθώς ο ποιητής δεν καταθέτει παρά όσα τον συγκινούν, τον προβληματίζουν ή τον κλονίζουν.Η έκθεσή του είναι ολοκληρωτικής φύσεως, αναπόδραστη και με αυτοπεποίθηση. Πάει να πει μια ειλημμένη τάση, απόλυτα στοχευμένα μέσα από τη στιχουργική του. Ο Σφενδουράκης δεν υμνεί τις ιδέες, συμμεριζόμενος ίσως την άποψη ενός σημαντικού Ισπανού πεζογράφου, ο οποίος αναγνωρίζει στις ιδέες μια προέλευση αταβιστική, ολότελα ξέχωρη από την κουλτούρα ή την παράδοση. Η αγνότητα αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση για μια υψηλή τέχνη. Ένα τέτοιο ρεύμα διαπερνά τη συλλογή του Κώστα Σφενδουράκη, αποδεικνύοντας πως για ορισμένους ετούτος ο κόσμος είναι ήδη παλιός, ένα φάντασμα περασμένο και η έννοια μας, δεν είναι από τούτο τον κόσμο μα για τούτο τον κόσμο. Και ίσως εκείνον που μέλλεται να έρθει, αναπάντεχος, με όλα του τα διλήμματα. Μια αρρώστια που αγνοήθηκε και τώρα γυρνά πιο άγρια από ποτέ, ετούτο είναι που μας υποδεικνύει ο Σφενδουράκης. Η ποίηση της «Φωτιάς στον πάγο» είναι έντιμη, ανθρώπινη και ρυθμική αρκετά, ώστε να επισημάνει τα αμαρτήματά μας. Ποίηση ειλικρινής και αισιόδοξη το υπέροχο, καταληκτικό «γράμμα ενός λιονταριού σε ένα άλλο.» Μια εξαίσια αναζωπύρωση και μια μοναδική ευκαιρία να συσχετιστεί ετούτη η ποίηση με τον «Ζωολογικό Κήπο» του Νικολά Γκιγιέν.

Διογένης

Σαν ένα σύγχρονο ονειρεύτηκα Διογένη
τον εαυτό μου άεργο κι ευτυχισμένο
χωρίς ευθύνες, με φαντάστηκα, εργένη
νά 'μαι λιτός και στο πιθάρι μου να μένω.

Ολιγαρκής και τίποτα να μη μου λείπει
και να χορταίνω με ψωμί και λίγο τίλιο
κι όποιος γελώντας μπρος μου λέει: "κοίτα τον χίπυ" !
να μ' ενοχλεί που στέκεται μπροστά στον ήλιο.

"Το ονειρεύτηκα εαυτέ μου για φαντάσου
αυτό που ζεις, πραγματικά το έχω άχτι
με δυο δουλειές τα βγάζεις πέρα και με τράκα...

τώρα κι αυτό θάψ' το με τ' άλλα τα όνειρά σου
- αφού η δουλειά σου η μια είναι του νεκροθάφτη-
σκάσε και σκάβε με δυο λόγια ρε μαλάκα" !


Κώστας Σφενδουράκης
 

Άψυχος

Δεν έχω ανθό
ένα ξερό κλαρί στο χώμα
και προσπαθώ
ο άνεμος να μη με πάρει.

Είμαι κουφάρι,
είμαι ένα άδειο κρύο σώμα,
ένα δοξάρι
που δε γνώρισε λυράρη.

Είναι το πνεύμα
σκεπασμένο από το χώμα
κι αν το ρεύμα
με τραβάει εκεί που πάει

είναι βαθιά μου
ότι κουβαλώ ένα πτώμα
είν' η καρδιά μου
που 'χει πάψει ν' αγαπάει.


Κώστας Σφενδουράκης







Στιχόβολη - Άψυχος
Ζωντανά στο Μεγανήσι Donkey Rock Festival 2011
Μελοποίηση: J. Μπασδάνης

Σιωπηλή κοινωνία

Υποταχτείτε χωρίς βία
μείνετε άκριτα πιστοί
τι νόημα έχει ν’ ακουστεί
το ουρλιαχτό σας στα σφαγεία;

Μια λέξη μόνο η ελευθερία,
μην γίνει η έσχατη πνοή
εμείς θα δίνουμε ζωή
σε κάθε αυτόβουλο παρία.

Είμαστε ιππείς και είστε οι ίπποι
το θέλημά μας προσταγή
εμείς κρατάμε τα ηνία...

Εμείς οι σκοτεινοί οι τύποι
της εξουσίας οι ταγοί
στη σιωπηλή σας κοινωνία!


Κώστας Σφενδουράκης

Το θέατρο

Το θέατρο τούτο πάσχει από αναιμία
και καταλήγει ωχρή η κάθε πράξη
των θεατών προσμένει η νηνεμία,
μάταια εν' άνεμο να την ταράξει.

Μιας τραγωδίας αρχαίας καρικατούρα
το σκηνικό μια σήψη αιώνων όζει
και κάθε θεατής μοιάζει φιγούρα,
σκιά απ’ την παρέα του καραγκιόζη.

Των ηθοποιών οι διάλογοι του κώλου,
επαναλαμβανόμενες οι ατάκες,
στα καμαρίνια μεταξύ τους λένε:

"ξέρουμε πως δεν φταίμε εμείς καθόλου∙
πληρώσαν να μας δούνε οι μαλάκες,
επέλεξαν αυτό που τώρα κλαίνε".


Κώστας Σφενδουράκης

Αναμνήσεις

Ω! Περπατάτε μέσα μου και ξέρετε
πότε γλυκές εικόνες να μου φέρετε
αέναες και στην ανατριχίλα τους
αειθαλείς, με πάνω όλα τα φύλλα τους.

Φευγάτες στης ζωής μου τα καμώματα
γυρνώντας με γεμίζετε μ’ αρώματα
και χρώματα που αλλάζουν μεσ’ τη ζάλη μου
απ’ το ποτό σας που 'ναι στο κεφάλι μου.

Και πάντα όταν λείπετε κενότητα
μου λείπει απ’ το συναίσθημα η αγνότητα
στις σκοτεινές μου σκέψεις μέσα χάνομαι
κι ενώ ζω τη ζωή δεν την αισθάνομαι.

Κάθε μια από σας λευκή και όμορφη
στου νου μου στων θεών μου το βουνό μορφή
με μήνυμα "το πνεύμα είν' αθάνατο"
μέσα από σας θα χαιρετώ τον θάνατο.


Κώστας Σφενδουράκης

Μετανάστες

Κορμιά χαμένα και κυρτά
σαλεύουνε σε υγρά υπόγεια
εκεί που ο χρόνος σταματά
εκεί που δεν χωράνε λόγια.

Κάθε κορμί και μιας γωνιάς
ο στριμωγμένος ιδιοκτήτης
υπό αίρεση της γειτονιάς
η υπομονή και η ανοχή της.

Τα μάτια πάνω κοφτερά
λεπίδια όταν τους κοιτάνε
τα πληγωμένα τους φτερά
τους κόβουνε να μη πετάνε.

Αλλάζουν τόπους συνεχώς
ψάχνοντας φως ή ένα σημάδι
γι’ αυτούς ο κόσμος δυστυχώς
είν’ ο προάγγελος του Άδη.

Άπατρεις μιας ζωής μικρής
τους ξεγελά ότι θα τους δώσει
μα πριν λαλήσει ο αλέκτωρ τρις
η ίδια η ζωή θα τους προδώσει.


Κώστας Σφενδουράκης

Καθαρότητα

Θυσιάζω τον πόνο
στο βωμό των ονείρων
στις αυλές των «σωτήρων»
πια σταυρό δε σηκώνω!

Και παιδεύω το πνεύμα
στου μυαλού το σχολείο
- ακυβέρνητο πλοίο
που το σέρνει το ρεύμα.

Με το βλέμμα αγνάντια
θα μου δείξει η αλήθεια,
(στης ψυχής μου τα μύχια
του ανθρώπου η κατάντια)

και θα διώξει τα πάντα
μόνο αυτή θ’ απομείνει
γύρω – γύρω εκείνη
στη καρδιά σαν γιρλάντα.


Κώστας Σφενδουράκης

Το άλογο των ονείρων

Το άλογο των ονείρων μου με την πνοή μου χαίτη
μ’ έναν ταχύ και άγρια όμορφο καλπασμό
φεύγει από χρόνους και καιρούς με θείου φωτός τα έτη
να φέρει εικόνες άφθαρτες τα όνειρα να κοσμούν.

Κι εγώ σαν κύριος αυτού και μόνος αναβάτης
πάνω του μένω αθάνατος ποτέ μου δεν γερνώ
κι ας ξέρω ότι αυτή η χαρά σαν κόρη οφθαλμαπάτης
σ’ ένα ταξίδι θα χαθεί που θα ‘ναι το στερνό.

Το άλογο των ονείρων μου όταν θα ξαποστάσει
θα ‘ναι η μοιραία αυτή στιγμή για πάντα να χαθεί
να σκλαβωθεί από κείνο που τα πάντα υποτάσσει:
το τελευταίο τ' όνειρο το αιώνιο το βαθύ!


Κώστας Σφενδουράκης

Θάλασσα

Θάλασσα πάρε μου τούτες τις νύχτες
και σκέπασέ τες με τα κύματά σου,
τώρα έχουν πάψει πια οι ωροδείκτες
σ’ άκουσε ο χρόνος μου που του 'πες «στάσου!».

Θάλασσα την αυγή που αλλάζεις χρώμα
και στον ορίζοντα γλυκά ροδίζεις
γίνεσαι της ψυχής γαλήνιο στρώμα
κι «έλα στα σπλάχνα μου» μου ψιθυρίζεις.

Θάλασσα μ’ έλουσες νερό και αρμύρα
όταν βαπτίσθηκα μες στον αφρό σου
κι έγινες μέσα μου άγρια πλημμύρα
μάνα αέναης, αρχαίας δρόσου.

Θάλασσα ο νους μου στην καρδιά μου ράβει
τα γαλανά σου αλλόκοτα κεντίδια
και γω τον πόθο μου κάνω καράβι
στην αγκαλιά σου να γευτώ ταξίδια.


Κώστας Σφενδουράκης

Η πλάνη

Μια παρεϊτσα τα παιδιά τα κουτσολένε
μοιάζει πως είναι τελικά η ζωή ωραία
τη μια γελάνε του σκασμού την άλλη κλαίνε
από χαρά κι από συγκίνηση η παρέα.

Και λέει ο Νίκος με τον τρύπιο του το σκούφο
που τον μοστράρει λες και ειν’ από μετάξι
«μένα μου φτάνουνε παιδιά τα λίγα που 'χω∙
μ’ αυτά ειμ’ εντάξει μάγκες μου είμαι εντάξει!».

Και συμφωνώντας συμπληρώνει ο Θανάσης :
«μου αρκεί λίγο φαΐ και λίγο να φουμάρω∙
μη δίνουμε στη φτώχεια πια τέτοιες διαστάσεις...
μήπως υπάρχει ρε παιδιά κάνα τσιγάρο;».

«Που να βρεθεί;» του απαντάει ο Βαγγέλης
«και να το κόψεις τώρα είναι ευκαιρία...
ούτε να φάμε έχουμε μα τι τα θέλεις...
αρκεί που έχουμε παιδιά ελευθερία».

«Ναι το πιστεύω» παραδέχεται κι ο Νίκος
«είμαστε μια χαρά νομίζω τώρα παίδες
που απολαμβάνουμε έτσι τη ζωή ή μήπως
να λείπανε και τούτες δω οι χειροπέδες;!».


Κώστας Σφενδουράκης

Ο καβαλάρης

Καβαλάρης της νύχτας με πάθος καλπάζει
στ’ άλογο του σε μια
σιωπηλή ερημιά

κι ο ουρανός το φεγγάρι λαμπρό ξεσκεπάζει
της σκιάς τη φυγή
τότε απλώνει στη γη.

Και τον σέρνει η σκιά σε απάτητα μέρη,
δίχως επιστροφή
και σε κάθε στροφή

νέο δρόμο του δείχνει από πάνω ένα αστέρι
με ορίζοντα αγνό
ν’ ακουμπά ουρανό.

Κι όταν θέλει πια λίγο για να ξημερώσει
η σκιά του φορά
μεταξένια φτερά

και νοεί τη στιγμή, δεν αργεί να τ’ απλώσει
κι όταν πάνω πετά
τ’ άλογό του κοιτά,

που καλπάζει μονάχο και μ’ αγάπη του γνέφει
τη χαρά της φυγής
στην αρχή της αυγής...

καβαλάρης της νύχτας καλπάζει στα νέφη
τ’ άλογό του δε ζει
θα το πήρε μαζί.


Κώστας Σφενδουράκης

Κατοπτρισμός

Πίσω απ’ το τζάμι μου το γκρίζο
τη μοναξιά παντού αντικρίζω
το είδωλό της μέσα πέφτει
στου δρόμου τον υγρό καθρέφτη.

Ειν’ η σκιά κάθε διαβάτη
σαν να της λείπει ένα κομμάτι
μοιάζει άψυχο ότι είναι σώμα
ή σαν χωρίς ανάσα στόμα

ή σαν ένα κερί που λιώνει
στη φλόγα δίχως να τελειώνει
και το λιωμένο γύρω – γύρω
πνεύμα ακοινώνητο και στείρο.

Βλέπω τον κόσμο αυτό τον γκρίζο
πίσω από το τζάμι και δακρύζω
τη μοναξιά του κρύβει κι όμως
τη δείχνει ο υγρός ο δρόμος.


Κώστας Σφενδουράκης

Λοβοτομή

«Ελάτε τώρα όλοι εδώ που 'μαστε μαζεμένοι
σχέδια να φανερώσουμε που ορίζοντες ανοίγουν
να δούμε τι πετάξαμε, να δούμε τι μας μένει
που αρχίζουνε οι δρόμοι μας κι αν κάπου καταλήγουν».

Κι όταν το είπα κοίταξαν πίσω μου φοβισμένοι
και βλέπω κάτω από το φως σκιές να πλησιάζουν,
σκεπτόμενος πως κάποιοι μας την έχουνε στημένη,
γυρίζω πίσω, τι να δω! Πρόσωπα που μας μοιάζουν.

Μας μοιάζαν τόσο! Η διαφορά ήταν στην έκφρασή τους
σαν να ‘βραζε ο καθένας τους μέσα του απ’ το κακό του
«πριν από μας τα βρήκανε» σκέφτηκα «μεταξύ τους».

Κι απ’ τα μυαλά μας πήρανε οράματα, θεωρίες,
λοβοτομή μας κάνανε καθένας στον δικό του∙
ποιοί είμαστε; Ποιοί οι δρόμοι μας; Μείναν μόνο απορίες...


Κώστας Σφενδουράκης

Ανίατη φυγή

Της νιότης μου οι μέρες δε θα ξαναρθούν,
ζωή απούσα!
Δε ζωντανέψαν οι φιγούρες στα καρτούν
όπως ποθούσα...

Τώρα κοιτάζω με τα μάτια της σιωπής,
της νοσταλγίας
και την εικόνα ακουμπώ με ίχνος ντροπής
σαν εφαψίας!

Είμαι ένας άρρωστος με ανίατη φυγή
χωρίς το μέλλον
ή ένας στων θεών που έζησε τη γη
και των αγγέλων.


Κώστας Σφενδουράκης

Μπαλάντα της απόγνωσης

Γεμίσαμε το χρόνο να πονούμε
σε τούτη τη ζωή τη βιαστική
και που πραγματικά να στηριχτούμε;
Όλοι είμαστε από δω περαστικοί,
αδύναμοι να ζούμε, χοϊκοί...
και κείνος ο γεράκος με το μούσι
μονάχα μες τα σκίτσα κατοικεί...
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει;

Ατάραχοι πως τις καρδιές κοιτούμε
από σχισμές ν’ αδειάζουν σαν ασκοί,
περίεργο, ενώ ξέρουμε θα δούμε
να χάνουν της αγάπης την ολκή...
περίεργο, πως μες στη φυλακή
και στων δεσμοφυλάκων το γιουρούσι,
απλά να αναρωτιόμαστε και κει
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει;

Είναι στιγμές που κάποτε ευλογούμε
μια ιδέα του αιωνίου μυστική
πως μέσα του τη λύτρωση θα βρούμε∙
εικόνα κι απ’ το χιόνι πιο λευκή
που αν κι από μέσα βγαίνει μουσική
με νότες ευτυχίας να μας λούσει
στο βάθος θα ρωτάμε «μα αρκεί;
Το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει;»

Δεν είμαστε ένοχοι μα ενοχικοί
μετωπική του εαυτού μας κρούση
μια ερώτηση σε χρόνο διαρκή :
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει;


Κώστας Σφενδουράκης

Ο φίλος κι ο εχθρός

Έχω ένα φίλο κι έναν εχθρό στο πύρινο κεφάλι
κι όταν ο ένας μου μιλά τον αναιρεί ο άλλος
σαν δυο θαμώνες σ’ ένα μπαρ, που στου ποτού τη ζάλη
φιλονικούν, αρπάζονται και προκαλείται σάλος.

Ο ένας λέει πως θα βρεθώ γυμνός ενώπιον όλων
και ο καθένας τις πληγές μου φρίττωντας θα δείχνει
κι ο άλλος πως θα περπατώ στα χνάρια των διαβόλων
με σύνεση και δε θα δει κανείς ν’ αφήνω ίχνη.

Ο ένας λέει πως τ’ ουρανού πρέπει να βρω τη σκάλα,
με φόβο να την ανεβώ χωρίς να βλέπω πίσω
κι ο άλλος πως με οράματα να πορευτώ μεγάλα
στο κόσμο αυτό με σιγουριά πως θα τον κατακτήσω.

Κι έτσι συνέχεια αρπάζονται λογομαχούν για μένα
και στο κεφάλι μου η φωτιά ανήλεα φουντώνει
κάθε φορά και φεύγοντας αφήνουνε καμμένα
να ψάχνει εκεί η σκέψη μου ανήμπορη και μόνη.

Κι όμως ο ένας είν’ εχθρός κι ο άλλος είναι φίλος
το νιώθω όταν η αίσθηση των δυο μ’ ακολουθάει
κι ο ένας με σπρώχνει στου γκρεμού όταν πατώ το χείλος
κι ο άλλος μ’ αρπάζει σαν βρεθώ αντικρυστά στα χάη.

Κι είναι οι μόνες μου στιγμές που εκεί καταλαβαίνω
πως είν’ ο ένας φίλος μου κι ο άλλος είν’ εχθρός μου
είν’ οι στιγμές οι τραγικές που τη ζωή διαβαίνω
και βρίσκεται ο θάνατος δυο βήματα εμπρός μου.

Μα δε τους βλέπω κι όσα λεν στο νου να ξεχωρίσω
δεν δύναμαι γιατί ούτε εχθροί να λεν αυτά ούτε φίλοι∙
ξέρω όμως θα ‘ρθει η στιγμή που εγώ θα τους ορίσω
πριν έρθει η νύχτα της ζωής, στης ησυχίας το δείλι.


Κώστας Σφενδουράκης

Ανυποψίαστοι

Ανυποψίαστοι επιστρέψτε στα κλουβιά σας,
σας περιμένει η ενοχική σας ανοχή,
δώστε το τίμημα της κάθε σας ανάσας
και να κινείστε, όντας δειλοί, με προσοχή.

Ανυποψίαστοι υπογράψτε όμως με αίμα
μία συνθήκη με των πόθων το βιαστή
κι αν δεν διακρίνετε που βρίσκεται το ψέμα
είναι σε αλήθεια που έχει μεταμφιεστεί.

Ανυποψίαστοι κοιτάξτε τη ρεκλάμα
των προϊόντων σας το γράφει καθαρά:
«εδώ πωλούνται απ’ του μωρού το πρώτο κλάμα
μέχρι όσα έπονται από λύπη ή από χαρά».

Ανυποψίαστοι αφουγκραστείτε τη καρδιά σας
ένας ρυθμός μονότονος φυλλορροεί
είναι ο ρυθμός που φτάνει μόνο ως τ’ αυτιά σας
και ανυποψίαστα ονομάσατε ζωή.


Κώστας Σφενδουράκης

Ίσως

Πέτρα σκαλισμένη η καρδιά μου
πάνω στα βουνά
έχει τη μορφή τώρα της άμμου
σκόρπια, πουθενά..

Ανεμοδαρμένο τ’ όνειρο μου
με χρυσά φτερά
διάφανα τα βλέπω σαν εντόμου
μ’ άκρα κοφτερά.

Βάσανο μεγάλο το κορμί μου
πώς ισορροπώ;
Ίσως να 'χω το ταλέντο μίμου,
ίσως ν’ αγαπώ.


Κώστας Σφενδουράκης

Γράμμα ενός λιονταριού σε άλλο


Συγχώρεσέ με φίλε μου γι’ αυτό που θα σου πω.

Δεν  σου ’γραφα τώρα καιρό, ήθελα να ’μαι μόνος∙

ίσως που δεν αντέχω πια τον χώρο τον κλειστό,

ίσως το άνοστο φαΐ ή της ζωής ο χρόνος.

Στον κήπο ετούτο εδώ που ζω τον ζωολογικό

θλίβομαι, είναι η θλίψη μου τρομακτική αλλ’ όμως

νοιώθω ένα συναίσθημα στοργής στο παιδικό

βλέμμα που λάμπει από χαρά και μου περνά ο τρόμος...

Ελπίζω φίλε μου εσύ να είσαι πιο καλά

γιατί είσαι νέος και γυρνάς τώρα τον κόσμο όλο,

μα ο δαμαστής – μου είχες πει – δεν σήκωνε πολλά

είναι κακούργος στην ψυχή μ’ αποκοτιά και δόλο.

Δουλεύεις μου ’πες – σ’ έβαλε – ακόμα πιο πολύ,

μέθη των εξουσιαστών είναι στην ιστορία

την εξουσία να βγάζουνε φορώντας μια στολή

μόνο σε ανυπεράσπιστα που πιάνουνε θηρία.

Οι άνθρωποι πολλές φορές νοιώθουν σημαντικοί

με μια καρέκλα, μια στολή και βούρδουλα στο χέρι

κι αν και εγώ δεν άλλαξα σ’ αυτή τη φυλακή

βλέπω μια κάποια αλλαγή στων δεσμωτών τ’ ασκέρι:

μοιάζουνε σαν αιχμάλωτοι τον τελευταίο καιρό,

έχουνε χάσει απ’ τη ματιά της δύναμης τη λάμψη,

γεμάτοι είναι της ζωής προβλήματα θαρρώ

αυτά τους μαστιγώνουνε, αυτά τους έχουν κάμψει.

Ζούγκλα απ’ αυτή χειρότερη δεν πρόκειται να δω,

ο αέρας είναι από καπνό και θάνατο ένα μείγμα,

σε ανήλεα χέρια πέσαμε και άδικα εδώ

ελεύθεροι, αποκτήσαμε του σκλάβου πια το στίγμα...

Όμως μ’ ελπίδα φίλε μου το γράμμα μου αυτό

θέλω να κλείσω λέγοντας θα ’ρθει ο καιρός ετούτος

στη ζούγκλα να επιστρέψουμε, πιστεύω είναι γραφτό

και θα ’ναι εκείνη η στιγμή ο πιο μεγάλος πλούτος.

Δεν είναι άνθρωποι εκεί δεν έχει ούτε κλουβιά,

θα αλληλοαγαπιώμαστε σε λευτεριάς αέρα,

τη λευτεριά αυτή αδερφέ κράτα μες στην καρδιά,

να ξέρεις θα ’ρθει δεν αργεί η ευλογημένη μέρα...


CARTA DE UN LEÓN A OTRO του Chico Novarro
Από μετάφραση της Alba Lisett Ruiz
 Εμμετροποίηση: Κώστας Σφενδουράκης