«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαριτίνη Ξύδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαριτίνη Ξύδη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γεσθημανή

 Στα αζήτητα. Παρθένου μητρός αγνώστου πατρός, χωρίς συγγενείς και φίλους. Δίπλα του δεμάτια από βαμβάκι που τα τσιμπολογάνε τυφλοί γερανοί. Σχισμένα από άλλον ασημένιο εραστή χωριστά οι κούνιες. Εκεί που λυγίζει μια ακατάπαυστη νύχτα από χιόνι και τρένο ανήμπορο γι’ άλλο δρομολόγιο σκληραίνει ο κόσμος. Πάψε τον ύπνο που ζυγώνει στα βλέφαρα τη φωτιά. Στο Διρό ή στον Άδη, θα διατάξεις. Σε διέκοπτε κάπου κάπου ο αέρας που τίναζε τους στροβίλους του από παραφουσκωμένα ασκιά. Παρακαλούσες για λίγο νερό πριν ντραπείς πριν κλάψεις πριν γελάσεις πριν λυπηθείς. Ξεθεώθηκες στις λαχειοφόρους. Από όλα ξεθεώθηκες γιατί αγαπούσες. Μετανάστευσες σε τεκέδες και αντικατέστησες τα αρχικά νήματα με ονόματα μιας θαυματοποιίας. Έτοιμος να σχεδιάσεις έναν εκβιασμό για τους άδικους. Αργοπορημένος της βαλκανικής. Τερματικά μέγιστος αλλά αβίωτος θνητός με αγγελικά πανιά. Για μια στιγμή δική σου, έγινες ένας κόμπος αλμύρας. Φούντωσε η μοναξιά κι ορθώθηκε κάμπος κάθετος στον ουρανό που σύναξε τόση μάταιη περηφάνεια για να φανερώσει το άχραντο της Γεσθημανής. Πήρες ανάποδα τους διάφανους τοίχους των ματιών και γκρέμισες συθέμελα κείνο το σώμα που είχες αφήσεις απερπάτητο.Ξεφύλλιζες και το κοράνι αλλά τις κλειδώσεις θα ξέπλενε μόνο το νερό. Δεν σου ‘μεινε πια τόπος. Δείξε μου τι θες να γίνει στεριά πατρίδα θάλασσα και πάρε το πρώτο βαπόρι για να ‘ρθεις ή περπάτα στα κύματα.


Χαριτίνη Ξύδη

Mεταξουργείο

Περνώντας από την Παναγίτσα ήθελα να κλάψω. Θα έκλαιγα από θυμό, από οργή,

αν δεν σκεφτόμουν ότι πάνε δέκα χρόνια από τότε που έπαψα να πιστεύω και να

σταυροκοπιέμαι αυτιστικά όπως οι υπόλοιποι της οικογενείας. Μετά θυμήθηκα το ζυγό της άμαξας,

το ψάρι του ανέμου και το καλαθούρι με τα άγκιστρα και τις πετονιές. Κι αντί να κλάψω, γέλασα.

Μούδιασε το κεφάλι μου από το γέλιο. Μ’έπιασε μαύρη απελπισία γελώντας. Κι ο πανικός ξαναγύρισε.

Μέχρι δακρύων. Μπήκα σ’ένα δισκάδικο. Βαθύτερο από εκκλησία. Εδώ είναι ο ναός.

Εδώ και το φαρμακείο. Ακλόνητο το Μεταξουργείο-Βάθης τόπος ποίησης- ολοζώντανος βυθός ανέστιων και ανέργων.

Ρούχα καρφωμένα στα κάγκελα.Πρεζόνια χαλασμένες εξατμίσεις βενζίνη αφαίμαξη.

Πουτάνες νεοκλασικά βρυχηθμοί από τα γύρω τρελάδικα. Εδώ είναι η ρωγμή του τραγουδιού.

Εδώ και η ρίζα του ποιήματος.







Χαριτίνη Ξύδη

Το παράθυρο

Ξυπνάω. Το παράθυρο χτυπούσε
από έναν άνεμο βουβό και παγωμένο.
Στα ενδιάμεσα κενά ιδιοτροπούσε
κι έτρεμε ήλιος στο χαρτί που επιμένω.

Λυπάμαι που τα πήρε όλα ο Μίδας,
... ολόχρυσους τα έφτιαξε πυρσίτες
στα χέρια μιας θλιμμένης παλλακίδας,
εν τέλει ταφικής στην άρθρωσή της.

Τα κάρβουνα τα πρόλαβε η πίστη.
Πυρόχρωμα, φαντάζουν, αλληλούια
παθομανών, στου μολυβιού την κύστη
που αντιλάμπει υπερούσια στην ούγια.

Πανέμορφο, ιερόδουλο κεράσι…
Η Υπατία στο πλευρό του διαπρύσια.
Μελάνη σινική θα ενταφιάσει
την Κλυταιμνήστρα με τιμές και αφροδίσια.

Ξενύχτησα στο νότιο μπαλκόνι.
Ξεσπάσαν προσευχές στα κομποσχοίνια.
Στα σκίνα αλφάδι η πίκρα ανταμώνει
το κεχριμπάρι που απλώνει στην Κερύνεια.

Φανέλα μαλακιά το αφιονίζει.
Μεσάνυχτο οι μικρές αθανασίες
ακούγονται ως σπασμοί ή η πόρτα τρίζει
γεννώντας πρόωρα μωρά και υγρασίες.

Κολύμπησα ως την άκρη της λεξούλας
που πανδοχεί συνήθως θρυαλλίδα.
Σπερματικοί θεοί κι ο Καλιγούλας
στο χνούδι-αιδοιόσχημη πυξίδα.

Τσαλάκωσα τα μάτια μου περνώντας
ακρόπετρες στιλπνές στο Μαστιχάρι
Τυφλίτες της ερήμου προσδοκώντας
μα
όλοι το λεν πως στη στεριά δεν ζει το ψάρι.

Κοιμάμαι. Το παράθυρο έχει ανοίξει.
Ο κόσμος μου είχε μείνει πάλι μόνος.
Η ιστορία βιάστηκε να δείξει.
Κι η ώρα έφερε όσα δεν φέρνει ο χρόνος.





Χαριτίνη Ξύδη

Πρυμναία

Αφυδατώνοντας το θρήνο
αναθρώσκει κάποια φορά εξ αμελείας
η νοσταλγία μιας φτωχολογιάς
που ωφελήθηκε από το ακατόρθωτο.
Θα ήταν ο κήπος.
Θα ήταν το ψήλωμα πικρών δέντρων.
Θα ήταν το μίλημα των καρπών.
Μα είναι κατάπρυμνα που σκοτώθηκε
έτσι όπως τα νερά, έτσι όπως εσύ κι εγώ.
Μήτε οι εφτά σελίδες που έγραψε
μήτε οι μέρες της δημιουργίας.
Σπεύδουν ερμαφρόδιτα άστρα
στο σώμα τ' ουρανού.
Σπρώχνουν τα σύννεφα το καθάριο κάστρο
στα λόγια της περίπτωσής μας.
Όσα βγήκαν από την πείνα και τη δίψα
της Αποκάλυψης.
Επιδημία τα μαχαίρια.
Μας υποπτεύθηκε, γι' αυτό και μας καταδίωξε
ένα σμήνος μαύρων γλάρων
και περισσότερο επειδή
φουμάραμε το θρήνο χωρίς βοήθεια
από καταβολής θανάτου
μέχρι ν' αναληφθούμε.
 
 
Χαριτίνη Ξύδη

Το πιάνο

Μικρή μου σοράγια
σου είχα πει
ποτέ να μην εμπιστεύεσαι
είδωλο αιθέρα
ολόκληρη Τροία κατέστρεψε
εσύ θα γλίτωνες;
Tότε που τα ρυάκια των δακτύλων σου
-ατάιστα πλήκτρα του έαρος-
κλείστηκαν στα σπλάχνα του πιάνου
και τις φάλαγγες καπάκωσε ο σφυγμός του
το πιάνο έγινε ζέπελιν
πάνω από το αστρικό σου δωμάτιο.

Είμαστε σαν το λάδι με το νερό κάποτε
μιλάμε γλώσσες ακατάληπτες της ασυνεννοησίας
για να φεγγίζει λάθρα η σύνοψη:
όταν στο μυαλό δεν φροντίζουμε γαρίφαλα
ξεραίνονται καρφιά.

Ό, τι έχεις να κάνεις κάν’ το τώρα.
Εσύ μόνο μπορείς να δώσεις τον Μότσαρτ
στα δόντια του πιάνου.




Στο πιο γλυκό παιδί του κόσμου, την Αλεξάνδρα μου...

 


Χαριτίνη Ξύδη

Mαύρο xιόνι

Εγώ ποτέ δεν ύψωσα τα χέρια από απειλές
ή για επικλήσεις
Κι αυτό το μαύρο χιόνι που μου έτυχε μέσα στο σπίτι
δεν κατάφερα να το διώξω αλλά με τα χέρια
το φτυάρισα το πάλεψα το σήκωσα κι έγινε
αέρας που οι πάρτες του στροβίλισαν δερβίσικα
τα έλυτρα του καλού και του κακού
τα ξεσκέπασαν και τα ‘φτασαν ως την άκρια
των κερμέν.
Τι είναι καλό και κακό… Πότε το μάθαμε…
Και τι είναι λάθη… Αυτά που κάνουμε
ή όσα δεν έχουμε κάνει ποτέ;
Έλεγα πως αν μ’ αγαπούσε κάποιος θα ερχόταν
να με πάρει από δω και δεν θα με άφηνε να φοβάμαι
Αν με νοιάζεται κάποιος γιατί δεν έρχεται να με πάρει
από δω…Γιατί μ’ αφήνει να φοβάμαι;
Θα ήθελα να ερχόταν εδώ και να μ’ έπαιρνε μακριά
απ’ όλα και ξαφνικά να γινόμασταν κάποιοι άλλοι
Ίσως με δακρυσμένα για πάντα μάτια
Να γινόμασταν ταμπήδες λιγομίλητοι στα αιγυπτιακά καφενεία
ώρες να κρατάμε το μαρκούτσι του αργιλέ στα χείλη
σιωπηλοί και μακάριοι απολαμβάνοντας τον ψιλό καπνό
που σιγοκαίει στο λουλά.
Και ποτέ να μη χρειάζεται να σηκώνουμε τα χέρια
παρά για να παίρνουν κι άλλο ύψος οι πόνοι κι οι καημοί μας



Χαριτίνη Ξύδη

Eσπεpiδεs

Τελειώνει πληβείος ο τρόπος-το θέρος αφρός
Εκεί που κοιτάζεις αργούν να σωπάσουν τα ρήματα
Φρικτά φοβισμένος-καθρέφτης μιας νύχτας τεφρός
Την τρέλα ανιχνεύουμε να γράφουμε ποιήματα

Πήγα στα κύματα ξεπλύναν υπόγεια
Χαράζω στο δέντρο τον κήπο ποτίζεις
Ασπαίροντας έσπασαν ποτάμια τα λόγια
Ανάπηρο επίγειο χαρά μού κοστίζεις

Φουσκώνει η κλεψύδρα μα πέφτει η άμμος χρυσή
Ατμόπλοιο ο κίνδυνος με ερέτη σπασμένο τα Μέθανα
Ραγίζει το γράμμα τη φλέβα-αίμα αργό θαλασσί
Φιλάνθρωπη ρέμβη από τότε που πέθανα

Έκλαιγε δίπλα μου αθώος και φταίκτης
Ανάλαφρος ίσκιος με μονότονη στίξη
Ιστόρησε χνάρια από νότες της Έκτης
Πουκάμισο που ήθελε μ’ανάσα ν’ανοίξει

Νικήθηκε ο πόνος ενάμιση μήνα λυτός
Θνητός τελικά ο παράδεισος σβήνει ονόματα
Βαθαίνει ως το αδιάβαστο πένθιμο ο λωτός
Τελείες ρουφήχτρες διψάνε για κόματα

Νήπια τα μάτια σου κι η ζώνη κλεμένη
Ρωτώ για χρυσόμηλα-απαντούν οι Ατρείδες
Μονόπρακτα γύρισε η σελίδα καμένη
Σταμάτησε η έρημος στις Εσπερίδες

Υπέγραψες είδωλα-πρόσωπα αιχμάλωτα εκεί
Μυστήριο νερό αγριεύει της Νύμφης το πέραμα
Διαγράφει τον θρίαμβο κύκλο μ’οργή δανεική
Ερύθεια Αρεθούσα Αίγλη Εστία-τις έρανα

Κατάφωρη εξαίρεση κατάφωρη δίνη
Το τραύμα ερμήνευε κυανό σαρκοβόρο
Η πρώτη εικόνα μια αχυρόστρωτη κλίνη
Μας βάζει αναπάντεχα στην τελευταία Ζωφόρο


Χαριτίνη Ξύδη

Καραβάνι

Φωσφόριζαν στο σκοτάδι-άτρακτοι σεληνάκατου
μικρές σπίθες απ’την ψυχή των αστεριών
απ’την ψυχή του πιο μυστικού θεού
μ’εκείνο το μπλε που κάνει τα στόματα φάρους
για όσα άρρητα φώτισαν στο πάντα και στο ποτέ
λέξεις αντίρροπες που μιλιούνται την ίδια στιγμή

Ακόμα δεν ακούγονταν ο παραμικρός ήχος
η νύχτα άλλωστε έχει τις δικές της ανάσες-ανεμόσκαλες
με μια κίνηση μωρού όταν πρωτοξυπνάει
στο ατέρμονο μαύρο τ’ουρανού της

Ήμασταν-λέει-σε καραβάνι
όλο τραγούδια και γέλια κι εωθινά μυστήρια
Σπαθιές και πέτρες εξόδια πάθη και γκρεμούς
όλα τα’χα ξεχάσει ή τα άφηνα σ’εκείνο το άσπρο
του γέλιου σου-πήγαινα πήγαινα μαζί του
Με είδες! Μην το αρνηθείς…
πηδούσα πάνω απ’τις φωτιές
στο κατάλευκο που μου άνοιγε δρόμο
Πέρα απ’τις σκιές-μακριά απ’τις αδειασμένες ελπίδες
συνειδητοποιούσα το λιώσιμο σ’ένα κοινό σώμα
σ’ένα ζεϊμπέκικο τραγούδι τον ψαλμό
την απονιά στο ποτέ
την πίστη στο πάντα
-ναι- σ’έναν αμανέ μαζί καμιά φορά-

Κι έχει αυτό τη μοίρα του απρόοπτου
σαν ξεχασμένο εικόνισμα που
το χαϊδεύεις τρυφερά
σε μια εκκλησία ξερή μετά από πυρκαγιά
σαν μαγιάτικο στεφάνι που
το ξεχνάει ο καιρός
φορτωμένο λεπίδες γιασεμιού
στο όρος των ελαιών-στάχτη

Έτσι αγγίζουν πια τα χέρια μου
εικονίσματα όχι εικόνες
έτσι τραντάζεται η όσφρησή μου
από μύρα όχι περιττώματα
έτσι υπάρχει η γεύση μου
στ’αγιάσματα όχι στα ξερατά
έτσι αγγίζουν πια τα χέρια μου
όπως τα χείλια φιλάνε χείλια
μέχρι το λιώσιμο σ’ένα στόμα

Και λέω από κει ν’αρχίσω
να με πάρει ο ύπνος ο παντοτινός
μέσα στις φλέβες σου που σφιχτά
αγκαλιάζουν όλο το αίμα μου

Βροντάνε οι πόρτες πίσω μας
σε όσο πόνο ξεχάσαμε πως είναι
δικός μας


Χαριτίνη Ξύδη

Ήλεκτρο

Είναι τα μάτια σου ένας κόσμος ξωτικός
Άλλες φορές γίνονται υπόθεση του Άδη
Οίδημα αλήστου ταραχής αυτό το βράδυ
Φάνηκε ο Έρωτας βαρύς,τσεχωφικός

Υπάρχουν μέρες-λες-για μας στο μισημένο
Και κάπου ανάμεσα σ’αυτές, οι σημαδούρες
Τεκμήρια οι γρύλλοι τα βαρκάκια οι παρτιτούρες
Κάτι απ’τα μάτια σου διαρκώς μαστουρωμένο

Φάρος και σκήτη,ένας δρόμος στη Χαλκίδα
Σπιθοβολεί και μας γλιτώνει από το σκότος
Για τη χαρά που το μαζί γίνεται κρότος
Σπάει το φιλί, πάει τη στιγμή στην Ατλαντίδα

Η ανέμη τύλιξε τα δύστροπα,τα γνέθει
Μαζί με τρίλεπτες τροχιές αθανασίας
Από την άβυσσο ως την άκρη της Ασίας
Άπληστα ύδατα και ρίγος απ’ τη μέθη

Ό,τι μας βρίσκει και το βρίσκουμε στο θέλω
~Δεν φταίω εγώ που σ’αγαπώ μαστουρωμένα~
Φταίνε τα πρέπει και τα μη που’ναι απλωμένα
Σ’ένα σχοινάκι που όσο κόβεται ανατέλλω

Ό,τι χωρέσαμε το μπόρεσε η ανάσα
Εκεί αρχίσαμε να ζούμε αθωωμένα.
Δεν φταις εσύ που μ’αγαπάς μαστουρωμένα
Ούτε γι’αυτά που στη ζωή μας προσπεράσαν

Σηκώνω άγκυρα ξανά για τα ταξίδια
Από το ήλεκτρο επείγει ερριμμένο
Βλέμμα απόσκομο αρχαίο πεπρωμένο
Σε λάθη που ποτέ δεν θα’ναι ίδια
Σε λάθη που ποτέ ξανά δεν θα'ναι ίδια.

Είναι τα μάτια σου μια θάλασσα που ανήκει
Σε χέρια που από χθες είναι μπλεγμένα
Σκαρί λευκό με τα πανιά του ανοιγμένα
Με το κατάρτι του υψωμένο ως τη Νίκη.


Χαριτίνη Ξύδη

Όλοι οι καθρέφτες

Δε λένε τίποτα, απλώς κοιτάζονται
Μες στου καθρέφτη τ’ωραίο σώμα
Σκιές στον πάγο του κομματιάζονται
Οι χίλιες νύχτες και μία ακόμα

Μοιάζουν τα μάτια του ακατάβλητα
Σέρνονται πάνω τους σαν οχιές
Απ’τις ρωγμές του ρέουν ανάλυτα
Σκυλιά και άγγελοι κι ενοχές

Κάπου στο βάθος του, χάραγμα εγκάρσιο
Το πιο φρικτό του άλγους κομμάτι
Αχίλλεια φλέβα στο μετατάρσιο
Βήμα δεν κάνεις με βέλος στην πλάτη

Μες στους καθρέφτες χρόνια κοιτάζονται
Στεριές οι θάλασσες, άβατες χώρες
Τα ιδεογράμματα που αφουγκράζονται
Δεν είναι κώδικες «για μια Ντολόρες»*

Όλοι οι καθρέφτες μάς τεμαχίζουνε
Στα δυο στα τέσσερα δήμιοι-ικέτες
Σιγά κι αθόρυβα όμως ορίζουνε
Ποιους θα ξυπνήσουνε οι δραπέτες

Όσο επιτρέπουμε βλέμματα αλλήθωρα
Όσο προβάρουμε την αυταπάτη
Κανένα κάτοπτρο δεν θα μας χάριζε
Ποτέ ενωμένο-το Ένα του μάτι.


*Από στίχο του Άλκη Αλκαίου


Χαριτίνη Ξύδη

Έμινε

πάει αυτό ήταν Εμινέ της είπε τώρα μπήκες στη ζωή μου και δεν πρόκειται να βγεις έτσι
άνοιγε εκείνη τα συρτάρια και πέταγε έξω ό,τι έβρισκε γιατί στην καινούρια ζωή πας με καινούρια ρούχα και πράγματα με καινούρια μυστήρια άλλες τελετουργίες έτσι τα'βγαλε όλα
και τα 'συρε ως την αυλή να βάλει φωτιά και να τα κάψει από μέσα της φώναζε κείνος να
γράφει κι ένα ποίημα μαζί να'ναι μόνο για δυο για τους δυο τους να μη χωράει άλλον πάμε
πάλι απ'την αρχή ξύστρα μολύβι μαύρες γραμμές ως πού ως πού ρώταγε η άλλη μην
κρυφτείς κάτω απ'το κρεβάτι ούτε στις τρύπες των δέντρων έχουν μάτια τα φυλλώματα έχουν
στόματα οι ρίζες δίπλα τους πλαστουργούσε η αιωνιότητα τη θάλασσα τ'αλμυρίκια τα
δέντρα ζεστή που είναι η άμμος το καλοκαίρι τον ήλιο χρώματα ήταν ήδη σε κακή
κατάσταση όταν έσπαγε τα πιάτα και τα ποτήρια άνοιγε το ψυγείο έπινε παγωμένο νερό μια
το'ριχνε στο κεφάλι της έσταζε κι ήρθαν οι καμήλες της Αφρικής τα πουλιά τα ψάρια κι
ολόκληρος ο Νείλος και μπήκαν μέσα στην κουζίνα της φίλαγε τους καρπούς και το κορμί
της ήταν χαρούμενο μόνο τα χαρούμενα σώματα αγαπούν ιδανικά Εμινέ τα λυπημένα δεν
έχουν χρόνο ούτε λόγος για τα νεκρά κι όμως των ερώτων μου οι νεκροί μιλούν για τους
ζωντανούς ποιος με παρατείνει ο Αδάμ η Εύα ο Κόνδορας τα Ελάφια τα Καράβια οι άγκυρες
τα Παραμύθια οι Νύχτες η Νύχτα όσα πετούν και παρασύρουν στο πέταγμα κι αυτός
προσπαθούσε να κλείσει τη βαλίτσα με τα χαρτιά και τα υφάσματα κρατούσε το χέρι της
φοβόταν μην αντιδράσει της έδωσε το φάρμακό της "για όλους εγώ σ'αγαπώ" ξάπλωσε
εξουθενωμένη παραμέρισε αυτός όσα τον θύμωναν μελαγχολικά κι αδιευκρίνιστα υπό
προθεσμία κοίταξε τα μάτια της ήταν θαμπά θαμπά είναι τα μάτια της σκέφτηκε ήθελε να πει
μια ιστορία να τώρα θα την επινοήσει κάπου κάπου τον διέκοπταν οι ανάσες της του τέλους
και στο θώρακά της ακούγονταν μια καρδιά άτονη λίγοι παλμοί λίγος βήχας ένα τρέμισμα
στα χέρια της ίσως πεθάνει παρατήρησε ήταν τα μάτια της Εμινέ σαν τα δικά σου ήθελε να
ζήσει χωρίς ν'ακυρωθεί αλλά η ευαισθησία της δεν την άφηνε της έδωσε με το ζόρι λίγο
σιρόπι ο βήχας επιδεινώθηκε της έβαλε τη μάσκα των εισπνοών την έλεγαν Lorelei όπως
εκείνη τη Σειρήνα στη γερμανική μυθολογία που μάγευε τα καράβια κι αυτά τσακίζονταν
στους βράχους-Άλκηστη είπαμε?τράβηξε λίγο τη μάσκα για να ψιθυρίσει -Άλκηστη ναι
άκουγε Mozart και Delafosse μεγάλωσε στη Σκυθία την κοιτίδα της μαγείας λένε πως στο
Vesinet και στο Pecq φέρανε και πουλάνε μαύρο τσάι από την Ινδία το καλύτερο αύριο κιόλας
θα πάω να το ψάξω-Στη Μεσοποταμία είπαμε?-Ναι στις όχθες του Τίγρη απέναντι η
Σελεύκεια να με βοηθάς στις μεταφράσεις μου αυτή είναι η υπόσχεσή σου θα ζήσουμε στην
Ωφίρ στο είπα άκου το αηδόνι Εμινέ κλείσε τα μάτια άκου...


Χαριτίνη Ξύδη

Η μπαλάντα του Ντύλαν Τόμας (Juliet & Romeo)

Koίτα τι πάθαμε οι δυο μας
Εγώ που κλαις κι εσύ γελώ
Σαν τους νεκρούς του Ντύλαν Τόμας
Σαν του '60 τα μελό

Νέα δεν έχω να σου γράψω
Μέρα και νύχτα υπνοβατείς
Μες στο τραγούδι σου θα ψάξω
Όλο τον κόσμο να με βρεις

Πίνω πολύ καπνίζεις κι άλλο
Όπως ο Τσαρλς παραληρείς
Καμιά φορά σε αναβάλλω
Εγώ είμαι δύο και συ τρεις

Ο Ποσειδώνας κι η Αμφιτρίτη
Δες μας πού φτάσαμε στ'αλήθεια
Juliet & Romeo στην Κρήτη
Πολλές σφαγές κι εμείς ερίφια

Κάτι να βρεις για να σου γράψω
Όσο ακόμη είναι καιρός
Δύση κι Ανατολή θα κάψω
Γιατί είναι ο έρως πορφυρός

Αγάπα με και μη με τρως.


Χαριτίνη Ξύδη


Ο Λόφος

Πώς να’ναι τώρα που πέφτει ο ήλιος στο λόφο

απέναντι απ’το σπίτι σου...

τι ώρα θα ξυπνάς άραγε;

Θα’χει σκοτεινιάσει;

Ποια θα’ναι η πρώτη κουβέντα που θα λες

Θ’ανακατεύεις τα μαλλιά σου?θα τα’χεις κόψει;

Θ’ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου σαν

Απορημένο παιδί;



Εκεί στο λόφο απέναντι απ’το σπίτι σου

Είχα καπνίσει το πρώτο μου τσιγάρο

είχα ζαλιστεί τόσο απ’την πρώτη ρουφηξιά

που δεν έβλεπα μπροστά μου

Δίπλα το νεκροταφείο...

Έλεγες πως μυρίζουν οι νεκροί λεβάντα

Αναλόγως από πού έρχεται ο αέρας

Εγώ μύριζα από τότε λιβάνια

Αλλά ο καπνός αγρίευε τη μυρωδιά

Και φοβόμουν

Ήθελα να ξεσπάσω τη φωνή μου με κραυγές

Κάποιες φορές το έκανες εσύ κι ακούγονταν

Ο αντίλαλος σ’αγαπώ χωρίς να’χεις πει αυτό

Άναβαν τα καντηλάκια το βράδυ απ'αυτό το σ'αγαπώ

βαρκούλες με τα πυροφάνια τους στο πέλαγος του Άδη

κι άλλες φορές το'λεγες στ'αλήθεια ίσα ίσα ψιθυρισμένο

αλλά με ξεκούφαινε



Τέλος πάντων έλεγα για το λόφο

το πρώτο μου τσιγάρο κάτω από μια ελιά

παραδίπλα το σχοινί του Ιούδα φθαρμένο

Έβαλες το χέρι σου μέσα στο τζιν μου

με χάιδευες όσο κάπνιζα

Δεν ήξερα να πω αν μ’αρέσει

Ούτε το τσιγάρο ούτε το χάδι

Πώς να’ναι τώρα στο λόφο;

Ποιες μυρωδιές να ανακατεύονται στα μαλλιά

στα δάχτυλά σου...

Φιλάς ακόμα τα πέταλα στις μαργαρίτες;

Ποιοι χαϊδεύονται κάτω απ’την ελιά;

Πώς μυρίζουν οι ανάσες των κρεμασμένων;

Κάποτε ο αέρας μου φέρνει σκουριά

από αίμα σκοτωμένο

κι άλλοτε κοπριά απ'τα βουστάσια

-δεν φοβάμαι

φυτίλια κρατάνε ζεστή τη φωνή και τη μνήμη

Αλλά εγώ έχω μάθει πια στα λιβάνια

όλο πένθος συναντάω

Βαρύ σκοτεινό πηχτό σαν κατακάθι

Γι’αυτό πρώτη φορά αναρωτήθηκα για κείνες

Τις παλιές συνήθειες

να χαϊδευόμαστε κάτω απ’την ελιά

Να τρέχουμε ξυπόλητοι με τους κουβάδες

κατά μήκος του Ποταμού για να πιάσουμε καβούρια

Να κολυμπάμε γυμνοί από τα μέσα Απριλίου

Να πατάμε αχινούς και να μου βγάζεις

Τ’αγκάθια απ’τις πατούσες

να λιαζόμαστε σαν σαύρες δίπλα δίπλα

ν’ανακατεύω τα μαλλιά σου

να μου μαθαίνεις στην καραμπίνα σκοποβολή

αλλά μόνο στα άδεια τενεκεδάκια της ΕΨΑ

ρίχναμε τα χιλιοτρυπούσαμε και βγάζαμε το άχτι μας

έπειτα παριστάναμε ότι όπως οι μεγάλοι πηγαίναμε

κι εμείς για Τσίχλες στις Σκιές του Αη Γιώργη

Ενώ στο είχα υποσχεθεί

Δεν θ’αναρωτηθώ πώς θα’ναι στο λόφο

Ούτε στο παλιό σπίτι που...

Ούτε θα θυμηθώ πως την πρώτη φορά

Που κοίταζες ώρα τα μάτια μου

Είπες πως είναι το ασπράδι της ίριδας

Πλοίο για ν’αράζουν λιμάνια

Στο είπα

Έκανα λάθος και ζαλίζομαι

και μπερδεύομαι

Χωρίς μήνες και μέρες

εγώ το ξέρω

Χαλάλι σου κι ο αμφορέας

Και η τουφεκιά

Άλλωστε έκοψα το τσιγάρο

Πάω συχνότερα στα νεκροταφεία





Και τώρα είναι Δεκέμβρης

Ο μήνας που σκοτώνονται οι θάλασσες

Κι όλα τα φύ[λ]λα καίγονται στο 22


Χαριτίνη Ξύδη

Ιστορία του μικρού Νοέμβρη

Γυρίζω γύρω από μολύβια και χαρτιά

Κοινωνώ τους πρώτους χτύπους στη σελίδα

Αναζητώ απ'της αφής τους τη φωτιά

Αρχή ξεκάθαρη,όχι βαριά αλυσίδα



Μαγικός κόσμος του χαρτιού μου η φωλιά

Η αγκαλιά σου των ψεμάτων σου η φάτνη

Τον Νοέμβριο ν'ανθίζει πασχαλιά

Από τον Αύγουστο να πέφτει η πρώτη πάχνη



Να κινδυνεύω να σωθώ από μια πλάνη

Την πιο κρυφή και ηττημένη ηδονή

Κάθε πρωί ξυπνώ αγκαλιά με μια αράχνη

Που την ταϊζω απ'την παλιά μου την πληγή



Υπνοβατώ στο άγριο της νύχτας το μελάνι

Για ν'αφορίσω της ημέρας τους λυγμούς

Και τραγουδώ για να ξορκίσω την πλεκτάνη

Γεννιέμαι ανάμεσα σε χίλιους πανικούς



Φτιάχνω ένα γέλιο δυνατό και θυμωμένο

Αθωωμένο απ'το φως των αστεριών

Σε μια ολονύκτια πομπή θα περιμένω

"περάστε θαύματα διαμέσου των σφυγμών!"



Μόνο φαντάσματα περνούν,λάφυρα,αιώνες

Νίκες και ήττες απ'τους γρήγορους παλμούς

Κινούνται αργά,σαν χαλασμένα,σε κανόνες

Κι εγώ παράλυτη απ'του φόβου τους τριγμούς



Μα δεν μπορείς πια την αλήθεια να μου κρύψεις

Όλα είναι εδώ και φανερώνονται απλά

Κι αν είναι τώρα στον γκρεμό να καταλήξεις

Κάν'το γενναία-πάρε κι εμένα αγκαλιά



Αυτή την ώρα στο κενό που θα βρεθούμε

Λέξεις μην πεις,μη βρεις περίτεχνες φωνές

Τις πιο μικρές μας σιγουριές ν'απαρνηθούμε

Παλιών ερώτων τις ασφάλειες τις δειλές



Αιφνιδίασέ με με το βλέμμα σου εκείνο

Που κρατούσε αιχμάλωτη την πιο αθώα ματιά

Να θυμηθώ πώς είναι μυστικά να λύνω

Και να τ'αφήνω στου ανέμου την τροχιά



Αν είναι αυτό το υδατογράφημα της τρέλας

Ο πιο καυτός πυρήνας του φιλιού

Φίλα τα μάτια μου μπροστά στο Νότιο Σέλας

Στο μύθο μέσα του μισού πορτοκαλιού



Τώρα το ξέρεις,τώρα ξέρω και για μένα

Αυτή εδώ είναι η κορυφαία μας στιγμή

Τα πάθη όλα,τα λάθη όλα,κερασμένα

Στην άγρια χίμαιρα που φτιάξαμε μαζί



Έτσι τελειώνοντας αυτό μας το ταξίδι

Κυνηγημένοι απ'των φθαρμένων τη φθορά

Μας κλείνει μέσα του καμπυλωτό κοχύλι

Ενός καινούριου ταξιδιού η διαφορά




Χαριτίνη Ξύδη

Τα όνειρα Καπνίζουν

Γαβριηλίδης 2008