«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Πέρα βρέχει

 
 
Τα θερμοκήπια
Ανθίσανε
Μετά το 70.
Κηπουροί ειδήμονες
Είπαν
Εξ ανάγκης αστικής.
Λογοτεχνικολόγοι, κριτικοί
Και συνάμα λογιστές
Και συνάμα υβριστές
Των περιχαρακωμένων.
Στο μεταβολισμό τους
Αναπόσπαστων.
 
Πέρα βρέχει…
Για τ’ αγριόχορτα.
 
 
Γιώργος Πρίμπας.

Είδα

   Μέσα στο φως της Ορεστιάδας


Το λευκό λουλούδι της αγριοκαροτιάς
Ένα έργο τόσο φυσικό τόσο ολοκληρωμένο
Μέσα στο φως της Ορεστιάδας
Όσο κι αυτό το γινωμένο φιλί
Σέρνεται, αλλά ποτέ δεν φθείρεται
Στην άκρη του λυγμού
Εκεί ακριβώς που οι κνήμες
Έχουν αρχίσει να λιώνουν από το τρέξιμο
Από τις απορίες, τις φασαρίες
Ένα πέλμα, δύο πέλματα ιερά και τρύπια
Στους πέντε δρόμους

                           *

                   Με τρομερή φόρα


Τα κομπάκια του πυράκανθου
Ένα ελάχιστο δείγμα αρετής και σύνεσης
Μέσα στο χάος της γέννησης
Της απώλειας και της ενοχής
Ίσως των θεών τα δώρα ίχνη
Στα ράμφη των πουλιών
Που τα καταπίνουν τώρα και πάντα
Με τρομερή φόρα
Τι να προλάβει το μάτι
Πείνα του όρθρου και της Πούλιας είναι αυτή.


                      *
                         Απόσπασμα εγκωμίου


...κουφάγκαθα, παντού
Σαν αποτυχημένες εκκλήσεις βοήθειας,
Εξόριστοι στις στέπες
Υποσχέσεις αμεροληψίας του θανάτου
Εξόριστοι μετανοιωμένοι κι άδολοι πλέον
Στις ερήμους των σωμάτων
Η μονοτονία της έλλειψης
Οι χάρτες των ελλειμμάτων
Ό,  τι κι αν αγγίξουμε όμως θα στάζει
Πόθο...

                               *

                    Το χαμηλότερο μεροκάματο

Συμπυκνώνουν την πείρα των βροχών
Καθώς γονατίζουν στον κάμπο
Τα όνειρά μας αυτή την ώρα
Η έλευση είναι ;
Το μυστήριο της φωτοσύνθεσης;

Μέσα στα αυλάκια
Στις χαράδρες του Νου
Ένα πανωσήκωμα κουράγιο
  
                                           *

                                  Η καλή σοδειά
       
Είναι τα κοτσύφια
Αποτρελαμένα  πλέον για τα μυστικά των καρπών
Τρέμουν από έξαψη τρύγου
Δεν λογαριάζουν τίποτε άλλο πάρεξ
Δόσιμο φτερών
                                                   
                                                                 *

                                                Το μισητό σύμπαν

Καταλαβαίνεις, ως εδώ ήταν
Το ταξίδι σου, σφαίρα.
Η υστερία της φωτιάς στα μάτια.
Κοτσινοπούπουφο ή κοτσινολαίμη
Του Κωστάκη του Καρυωτάκη
Να σε λέω στο κενοτάφιο της σελίδας;
Ένα λαμπρό παρόν
Σκοτοδίνη ανίατη
Κι έρχονται κι άλλα πολλά σύννεφα
Βαριοπούλες να μας πάρουν και να μας σηκώσουν
Σε υδρατμούς κι αιθάλη της επαρχίας
Της πρωτεύουσας  λαβύρινθος καμάρι
Υπερηφάνεια των παγωμένων μας χαδιών
                                                         




                                                               *
                                                  Το διάδημα

καθώς γύρισε σελίδα στη ζωή του
αντίκρισε τα σφαγμένα κριάρια
άλλο ένα φλογισμένο πανηγύρι των μουσουλμάνων
πίστεψε για μια στιγμή ότι είχε βρεθεί σε λάθος επεισόδιο
αναζήτησε την έξοδο κινδύνου
αλλά απλώς στεκόταν εκεί
ένα δευτερόλεπτο προτού αρχίσει η πτώση
χωρίς φρένα,
χωρίς αέρα και νοσταλγία
μόνο χολή
                                                                 *

  Γιώργος Βέης
  Μέσα Δεκεμβρίου 2012

Νυχτερινό δρομολόγιο

                                             Στη Σοφία Σεραφειμίδη

Μπροστά μου ξεδιπλώνεται σαν μοίρα ή προφητεία
το σκηνικό: Το τρόλεϊ μ΄ανθρώπους διχασμένους,
γεμάτη ανθρωπομηχανές βουλιάζει η πλατεία,
παγκάκια που υποφέρουνε τους μισοπεθαμένους.

Βλέπω απ' τον καθρέφτη μου τα φώτα σαν θηρία,
τους σκοτεινούς, αμίλητους με το κορμί στην πλάτη.
''Πόσο άραγε από ψυχή μας παίρνει η εφορία;
Ποιός δεν απέκτησε ποτέ το ρόλο του πελάτη;

Που ΄ναι γραμμένο ο άνθρωπος θα πρέπει να ΄ναι δούλος;
Σε ποιού Θεού επίσημο και ιερό κιτάπι;
Που 'ναι γραμμένος άπατρις, φτωχός, ανάξιος μούλος;''...
Έκλεισε κι άλλο μαγαζί με τ' όνομα ''Η αγάπη''.

Πιο παραπέρα στάθηκα για λίγο στο φανάρι,
ψύχος η κλούβα δίπλα μου και οι πεντέξι μπάτσοι.
Πάλι επάνω κοίταξα... δεν είδα το φεγγάρι!
''Πού θα μου πάει;'' σκέφτομαι ''Μια νύχτα θα μου κάτσει''.


Κώστας Σφενδουράκης

Σφαίρα

Εκούσια ταγμένοι
Στους ορισμούς
Που μας πληγώνουν.

Φθαρτές λεπτομέρειες
Στην υπηρεσία των κερμάτων.

Επί του ανάγλυφου
Φαινόμενα:
Εμείς,
Τα της νύχτας, τα της μέρας
της αυγής και της εσπέρας.

Το πρόθεμα ευχή
Το κοινό
Απεμπολήθηκε.

Εκ των ηθών
Στα ηλεκτρομαγνητικά πεδία
Στα ωράρια
Στις πληναντήσεις
Α-σημαινόμενο.


Γιώργος Πρίμπας



Το ερημονήσι


Γεια σου Απρίλη γεια σου Μάρτη
και πικρή Σαρακοστή

Βάζω πλώρη και κατάρτι
και γυρεύω ένα νησί
που δε βρίσκεται στο χάρτη


Το κρατάνε στον αέρα

τέσσερα χρυσά πουλιά
Δε γνωρίζεις εκεί πέρα

ούτε κλέφτη ούτε φονιά
ούτε μάνα και πατέρα


Τα λουλούδια μεγαλώνουν
κάθε νύχτα τρεις οργιές

Τις ακρογιαλιές ισκιώνουν

και τα δέντρα στις πλαγιές
σαν καβούρια σκαρφαλώνουν


Μες στης ερημιάς τ' αγέρι

όλ' αγιάζουνε μεμιάς
Πιάνεις του Θεού το χέρι

και στα κύματα ακουμπάς

σαν αγριοπεριστέρι


Γεια σας έχτρες γεια σας μίση

και γινάτι καθενός
Άμα βρεις το ερημονήσι

όλα τ' άλλα είναι καπνός
Μια φορά να το 'χεις ζήσει.


Οδυσσέας Ελύτης

Στον φάρο

                               Απ' το "Εγχειρίδιο για Ερωτευμένους"



Και να, πού μ' έφερε η εσχάτη απελπισία!
Τα σαλεμένα φρένα μού είπαν να σε πάρω
-- πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία --
μαζί μου απόψε -- ερημιά, νύχτα -- στον φάρο.

Σε βλέπω μπρος μου μες στο μαύρο φόρεμά σου
ψυχρή σαν μέταλλο, αγέρωχη, κι απλώνω
γυμνό τον πόνο να ντυθεί τ' αγκάλιασμά σου,
λες κι έχω απλώσει τα δυο χέρια μου για φόνο!
Σ' αγγίζω, τρέμεις, τρέμω, τρέμουμε απ' τον πόθο
δειλά, όπως γέρνουν τα καλάμια όταν φυσάει
πάνω απ' την λίμνη, τα ματόκλαδά σου νιώθω
στο πρόσωπό μου σαν μετάξι που μεθάει.
Σκίζω τα χείλη σου, η γλώσσα μου άγριο χέλι
μες απ' τα δόντια σου ρουφάει την ψυχή σου.
( Πάνω απ' το κάστρο το φεγγάρι ανατέλλει. . . )
Σκάβω τα σπλάχνα σου και λες: «Είμαι δική σου...
κράτα με... σφίξε με...». Βογκάς κι εγώ σπαράζω...
Πονάς... συστρέφεσαι... Τα νύχια σου στην πλάτη
μου μπήγεις... Ξέσπασε ο αφρός -- αίματα στάζω --
σπέρμα φωτιά, που καίει τα φύκια, σπάει τ' αλάτι!
Γέρνεις στο στήθος μου μετά λαχανιασμένη,
κλαις τρυφερά και ψιθυρίζεις τ' όνομά μου.
Σαν μια θηλιά απ' τον λαιμό μου κρεμασμένη
το στόμα ανοίγεις για να πιεις το φίλημά μου.
Και πίνεις... πίνεις τα φιλιά... Τα δάκρυα πίνεις...
«Κράτα με... σφίξε με ξανά ...» μου λες. Αχ, μίλα...
Μέσα σου μπαίνω... Κι όλη νύχτα ανάβεις... σβήνεις...
γιομάτη γλύκα... φως... σκοτάδι... ανατριχίλα!

Κι εκεί, στην τέλεια ηδονή -- στον οργασμό σου --
«Πεθαίνω... χάνομαι...» μου λες «κι εσύ μαζί μου...»
Μαζί σου, αγάπη μου... ( Βυθίζω στο λαιμό σου
μια το μαχαίρι κι άλλη μια μες στο κορμί μου! )

Τ' άλλο πρωί, κάτι ψαράδες θα μας βρούνε
αγκαλιασμένους να φιλιόμαστε στο στόμα...
«Είναι νεκροί εδώ και ώρα...» έτσι θα πούνε,
αντί να πουν πως αγαπιόμαστε ακόμα!

Πάντα της πράξης προηγείται η φαντασία!
Τα σαλεμένα φρένα μού είπαν να σε πάρω
μαζί μου απόψε -- ερημιά, νύχτα -- στον φάρο.
Να, πού με έφερε η εσχάτη απελπισία!


Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Χημεία

 Εντός των συστατικών στοιχείων μας ,
- μονάδα και πλήθος!
είδα το σύμπλεγμα των σκυλάδικων χαρακτήρων να ανυψώνονται
όπως σαμοθρακιώτισσες Νίκες,
πολύ εκλεπτυσμένες , πολύ αισθητικές.
Στεφανωμένες με ριπές γαρυφάλλων ,
το μικρό ξύλο της κανέλας ,ένα κλαδί μπαχαρικής ειρήνης
σαν στέμμα στην κεφαλή μίας φοβερής έκπτωσης στρεβλού ήθους.
Η ηθική είναι ένα στοιχείο συστατικό που παρασιτεί επάνω στα ικριώματα
του προσωπικού κτίσματος ως σωφροσύνη και ως αγία ορθότητα.
Αφήνει φολίδες δειλίας ,λεκέδες τρόμου,
 κάτι ζιζάνια αφλογιστίας που ορίζουν κιγκλιδώματα
και βαπτίζουν ευνούχους εαυτούς.

Σ' είδα σατράπισσα να λιώνεις όπως ένας δανδής σε πλήρη αντίφαση με το monocle του
ανάμεσα σε χαμίνια των δρόμων , που ήταν ολόλαμπροι κολοσσοί υγιούς θράσους,
με μία γνώση κι ένα κηρύκειο , με μία σοφία ζέουσα που δεν καταχωρείται σε κιτάπια.
Σ' είδα να λιώνεις μέσα στους ναούς ως Κυρία , ως Νόμος.
Σ' είδα να φτιασιδώνεσαι μαζί με τους αυλικούς σου ,
κάτω απ' τις σαλιάρες αζαλέες και να στάζουν στην ποδιά σου
τα πτύελα όλο χολή.

Το ευαγγέλιο σου που ξεπάστρεψε τις γενιές,
 συφιλιδικό καθώς είναι ,
χάνει την τελευταία ρανίδα σάπιου κρέατος του ,
την ώρα που στα πιο άδηλα βάθη των συστατικών στοιχείων
της μονάδος και του πλήθους,
συμβαίνουν τα αποκαλυπτήρια των πόθων χωρίς φόβο κι όλο πάθος.

Μπασκίνες αυτής της ξερακιανής πολιτείας ,
βδέλλες σε τηλεγραφόξυλο πτώμα,
οι λαχτάρες των θεμελιωδών στοιχείων για Υγεία
θα σας αποβάλλουν ως περιττώματα αμέμπτου ασφαλώς ηθικής
ήτοι εκφυλισμένης συνθήκης υγιεινής.


Ντόρα Βλάσση

Συνταγή της εξουσίας

Μετρώντας ψήφους αραχτοί,
η εξουσία μια αρπαχτή,
με τρόπο πονηρό και ρέκλα...
Δεν θέλει κόπο η καρέκλα.

Καθένας απ' αυτούς λακές
αν και δεν είναι επαρκές
με το ταλέντο του ετούτο
να κατακτά δόξα και πλούτο.

Θέλει ακριβό βιογραφικό,
ύφος οικείο, αδελφικό,
θέλει καταγωγή από τζάκι
χρήμα να τρέχει απ' το μπατζάκι.

Θέλει να βάζει στο μπλα μπλα
λόγια δυσνόητα μα απλά,
να πείθονται κάτω τα πλήθη
και να βυθίζονται στη λήθη.

Να' χει τη λύση στα σκαριά
παθιάρικα με σιγουριά
κι όταν δεν πιάνονται οι στόχοι
να πείθει "ναι" πως είναι το "όχι" .

Μα πάνω απ' όλα πρέπει να
έχει θεό το Μαμωνά
υπηρετώντας του το χόμπι
να κάνει τους ανθρώπους ζόμπι...


Κώστας Σφενδουράκης

Στης βουλής το καφενείο.

Ρήξη ετοιμάζει ο Λοβέρδος
και σωτηρία ο Σαμαράς.
με τον Αλέξη μέγα κέρδος
θα αποκομίσει ο φουκαράς.

Λαού φωνή είν’ η Αλέκα
Έθνους πυγμή η Χρυσή Αυγή...
Ο Μπένι πριν από τον Πρέκα
σε ένα παράθυρο θα βγει.

«Το πνεύμα του Έλληνα δαιμόνιο
Είν’ αλεπού, καταφερτζής
και θα την κάνει απ’ το μνημόνιο

με υπομονή δουλειά και ρίσκο…»
Λέει της βουλής ο καφετζής
στον θείο του τον υπουργίσκο.

Στα μάτια του Έλληνα είναι σέξι
σαν περιζήτητος γαμπρός
με τους μισθούς τους δεκαέξι…

Κι αυτός κι εκείνοι και οι άλλοι
κι όσοι του λένε τράβα εμπρός
ενώ του παίρνουν το κεφάλι.


Κώστας Σφενδουράκης

Οδοιπορικό

                 
Δεν είχε μπρος στον θάνατο ασυλία
κι ας έδωσε ζωή κι ας ήταν μάνα,
στα χέρια των θνητών η νοσηλεία,
σε κανενός σωτήρα ή παιάνα...

Μπαίνει ευσπευσμένα στο νοσοκομείο
" Πονάω ! Πνίγομαι, θέλω αέρα ! " ...
Να κάνει, άρχισε, η ζωή ταμείο
κι η πρώτη - νιώθει - είναι τούτη η μέρα.

Σ' ένα δωμάτιο, άθλιο, σιχαμένο,
τρεις ασθενείς, μια αυθάδης νοσοκόμα,
στο πρώτο το λεπτό " άλλο δεν μένω
ούτε ένα δευτερόλεπτο ακόμα " .

Εδώ όμως πια δεν θα αποφασίζει,
άλλοι θ' αποφασίζουνε για εκείνη...
Ανήμπορη, το σκέφτεται, δακρύζει,
μα μη τη δούν, τα μάτια της τα κλείνει.

Στο στόμα ανυπόφοροι οι πόνοι
" Λίγο νερό, διψώ, έστω μια στάλα ! ",
η εξάντληση το πρόσωπο αλλοιώνει
σαν ανεβαίνει τ' ουρανού τη σκάλα.

Ζωής ανάσα γίνεται θολούρα
στου οξυγόνου τον αναπνευστήρα.
Η υπερηφάνεια φεύγει με τα ούρα
μες στον καταραμένο καθετήρα.

Ας έβλεπε τουλάχιστον λιγάκι
τους εγγονούς τους τρεις και την εγγόνα,
σκεφτόταν γλείφοντας απ' το βαμβάκι
που άγγιζε στα χείλη μια σταγόνα.

Κάποια στιγμή δεν φτάνει τ' οξυγόνο
" Μην επιτρέψετε... Θέλω να φύγω
με ανοιχτά τα μάτια, να 'χω μόνο
των γιων μου την εικόνα έστω για λίγο " .


 Δεν ήθελε να την διασωληνώσουν
 κι ας έλεγαν πως ήταν ευκαιρία
να το παλέψουν, ίσως να τη σώσουν...
Αστείο κακόγουστο η σωτηρία.


Μα των γιατρών άλλη ήτανε η γνώμη
κι ότι αν υπήρχε, μόνο εκεί, μια λύση.
" Δεν γίνεται μανούλα μου συγνώμη "
την κοίταξα στα μάτια πριν τα κλείσει.

Δεν άφησε άμυνες η κορτιζόνη...
Με όση δύναμη ψυχής και να 'χει
στο θάνατο που ανίκητος ζυγώνει
θα χάσει και τη τελευταία μάχη.

" Αντίο μαμά ! Μαλάκωσαν τα χείλη,
ομόρφυνες, οι πόνοι φύγαν όλοι !
Σε περιμένει... Όταν τον δεις στη Πύλη,
γλυκά να μου φιλήσεις το Μανώλη " .
                                       
                                         στον αδερφό μου


Κώστας Σφενδουράκης




Μπούτσερ

Με ταΐζουν τα κανάλια...
Φίτνες η συνείδηση!
Να γλυστράει αφήνουν σάλια
στο λαρύγγι η είδηση.

Τρώω δίχως παρακάλια
σαν μουλάρι τ' άχυρα,
που μου δίνουν... τα κουτάλια,
μοιάζουν με παράθυρα.

Κόβουν, κάνουνε σμπαράλια
( μπούτσερ ενημέρωση )
να ταΐζουν τα ρεμάλια
ψέμα κι εξημέρωση.

Στόμα ορθάνοιχτο που τρέμει
και να με μπουκώνει η Τρέμη
κάποιου τα ξεράσματα.

Και για φρούτο εφημερίδα,
Νότη έχει μια μερίδα
άσματα, μιάσματα.

Το στομάχι έγινε μήτρα,
σπέρμα ακάθαρτο στη χύτρα
και γεννώ αποβράσματα.


Κώστας Σφενδουράκης

Μήνυμα στη Νάνσυ

                                         στη Νάνσυ Δεσποτοπούλου


Έχω μια κοπέλα πού την λένε Ίζα,δηλαδή Ιζαμπέλα,
Ίζα είναι η μικρή Ιζαμπέλα στην Τσεχία,έχουμε την ίδια ηλικία
αλλά εγώ την φωνάζω Ίζα γιατί έχει σταματήσει ο χρόνος όταν την γνώρισα,πρίν δέκα χρόνια περίπου,εγώ να σου πώ και το άλλο,
πώς δηλαδή την Ίζα μου την αγαπάω απέραντα και μαυροτρυπένια,ώς εκεί πού παύει η απόσταση να ισχύει,και δεν υπάρχει κανείς ήχος,ούτε περαστικός
να βηματίζει πάνω στα συντρίμια των άστρων,ούτε κανείς άλλος,θεός ή δαίμονας,απ' αυτούς πού στοιχειώνουν το μέσα μας και καμιά φορά και το έξω μας Νάνσυ μου.Η Ίζα μου φοβάται τις αράχνες,τις τρέμει,μπορεί να κλαίει,να τσιρίζει ή να της κοπεί η αναπνοή.Πάντως εγώ να σου πώ Νάνσυ μου πώς δεν είμαι κακός,ούτε λίγο ευαίσθητος,περνάω και γριούλες απέναντι άμα τύχει,αλλά τις αράχνες της σκοτώνω,και αυτό σπίτι μόνο,έξω μην νομίζεις δεν τις πειράζω κάν,αλλά το κάνω για να μην κλαίει η Ίζα μου οταν υπάρχει καμιά μες στο σπίτι.
Έτσι της έγραψα ένα ποίημα,γιατί να σου πώ και το άλλο,πώς κατά βάθος δεν μισώ τις αράχνες,αλλά τις αγαπάω,όπως και καθετί
πού κάνει την μικρή μου στην αγκαλιά μου να έρχεται τρέχοντας...

Βαλάντης Βορδός

Ο Τσολιάς

                                στον Γρηγόρη Ψαριανό


Ο Έλληνας του εικοστού πρώτου αιώνα
βγαίνει στους δρόμους με Καγιέν και με πανό...
Δικό του λέει, καυχόμενος, τον Παρθενώνα
και πιθηκίζοντας τον Αμερικανό.

Δανείζεται από τους πάντες (είναι ωραίος)
πω πω ρε μάγκα με τη σέσουλα λεφτά!
Κι έχει τεφτέρια που εκεί γράφει όλο το χρέος,
τα ένδοξά του τσολιαδίστικα απαυτά.

''Θα σου τα πάρουμε, υπάρχουν χίλιοι τρόποι,
όσα έχεις και δεν έχεις είναι δανεικά''
του 'παν μαφιόζοι, βάρβαροι απ' την Ευρώπη
που ούτε αισθήματα έχουν, ούτε ιδανικά.

''Εδώ είναι Ελλάδα ρε, σε τούτη εδώ τη χώρα
δε θα περα -δε θα περάσει ο τσαμπουκάς!
Σας περιμένω εδώ, κουφάλες και με φόρα
ελάτε πάρτε τα παπάρια μου και κας''.

Λίγα τα λόγια τους μετά οι Γερμαναράδες
-κυρίως αυτοί- λίγα, κοφτά και κυνικά.
Τα ακούει ο Έλληνας τα βάζει σε αράδες
εκεί που ο τολμών τα γράφει και νικά.

Όμως τα ''πήρανε'' μια μέρα οι Ευρωπαίοι
και του περάσαν τα χρωστούμενα θηλιά...
Τώρα που κρέμεται το νιώθει: απ' τ' άλλα πέη
όντως βαρύτερο είναι εκείνο του Τσολιά.


Κώστας Σφενδουράκης



Γεσθημανή

 Στα αζήτητα. Παρθένου μητρός αγνώστου πατρός, χωρίς συγγενείς και φίλους. Δίπλα του δεμάτια από βαμβάκι που τα τσιμπολογάνε τυφλοί γερανοί. Σχισμένα από άλλον ασημένιο εραστή χωριστά οι κούνιες. Εκεί που λυγίζει μια ακατάπαυστη νύχτα από χιόνι και τρένο ανήμπορο γι’ άλλο δρομολόγιο σκληραίνει ο κόσμος. Πάψε τον ύπνο που ζυγώνει στα βλέφαρα τη φωτιά. Στο Διρό ή στον Άδη, θα διατάξεις. Σε διέκοπτε κάπου κάπου ο αέρας που τίναζε τους στροβίλους του από παραφουσκωμένα ασκιά. Παρακαλούσες για λίγο νερό πριν ντραπείς πριν κλάψεις πριν γελάσεις πριν λυπηθείς. Ξεθεώθηκες στις λαχειοφόρους. Από όλα ξεθεώθηκες γιατί αγαπούσες. Μετανάστευσες σε τεκέδες και αντικατέστησες τα αρχικά νήματα με ονόματα μιας θαυματοποιίας. Έτοιμος να σχεδιάσεις έναν εκβιασμό για τους άδικους. Αργοπορημένος της βαλκανικής. Τερματικά μέγιστος αλλά αβίωτος θνητός με αγγελικά πανιά. Για μια στιγμή δική σου, έγινες ένας κόμπος αλμύρας. Φούντωσε η μοναξιά κι ορθώθηκε κάμπος κάθετος στον ουρανό που σύναξε τόση μάταιη περηφάνεια για να φανερώσει το άχραντο της Γεσθημανής. Πήρες ανάποδα τους διάφανους τοίχους των ματιών και γκρέμισες συθέμελα κείνο το σώμα που είχες αφήσεις απερπάτητο.Ξεφύλλιζες και το κοράνι αλλά τις κλειδώσεις θα ξέπλενε μόνο το νερό. Δεν σου ‘μεινε πια τόπος. Δείξε μου τι θες να γίνει στεριά πατρίδα θάλασσα και πάρε το πρώτο βαπόρι για να ‘ρθεις ή περπάτα στα κύματα.


Χαριτίνη Ξύδη

Το τηλεφώνημα

                                    στο Στέλιο Ιορδανίδη   


Ένα έργο τέχνης που εκλάπη
σημαντικού, λέει, ζωγράφου,
βρέθηκε μέσα σε ντουλάπι
σε σχήμα τεραστίου μπάφου.

Το κοίταζε, "δεν θα 'χει αξία"...
Έδειχνε γύρω γύρω κράτη,
στη μέση έναν ταραξία
που ΄κανε τον επαναστάτη.

Έτσι είπε ο σπιτονοικοκύρης
-έμοιαζε λίγο με τον Μάτσα-
σου λέει αυτός είναι μπατίρης,
φρικιό κι ίσως απ' άλλη ράτσα.

''Κοίτα ποιον έβαλα στο σπίτι!''
κι έτσι καλεί αστυνομία...
Το μπουζουριάσαν τον αλήτη
τον πήραν πρέφα με τη μία.

''Ρε άπλυτο αναρχοκουμούνι,
λέγε, για θα τη φας τη μπότα''.
Ο ένας απ' το Κορακοβούνι
κι ο άλλος απ' τη Μινεσότα.

Τον έψαξαν να βρούνε ''κάτι''
κάτι είχε με τον ''Τειρεσία''...
''Ρε, θα σε στείλουμε σακάτη
στην Αντιτρόμ Υπηρεσία.''

Μάθανε αργότερα επίσης,
πως είναι ο πίνακας κλεμμένος.
''Ρε πούστη άμα δε μας πείσεις
είσαι, στο λέω, τελειωμένος''.

Κι ενώ επάνω του ξεσπάει,
ο Μινεσότας, ο μπουχέσας,
ντριιιιν, το τηλέφωνο χτυπάει
''Μάλιστα... ναι!... στις διαταγές σας!''.

Το τηλεφώνημα... κι οι μπάτσοι
χάσαν το ελάχιστο του νου τους.
''Την έχουμε μεγάλε κάτσει''.
Ήταν ο γιος του Αρχηγού τους!


Κώστας Σφενδουράκης

Καλειδοσκόπιο


 Οι κυπαρισσόσκαλες βγάζουν στην κοιλάδα
μέσα στις θήκες ,τις ουράνια ταφικές
ήλιους κλωσσούν που 'χουν μια γάργαρη θαμπάδα
σπάν’ των γαλάτων τις καρδάρες στις συκιές.

Στην αγνότητα άμεμπτων υψών σαν πέφτεις
αρνείσαι χειραψίες με λωτολούλουδα
σεντούκια σου κρατούν αιώνιες ορέξεις
που αμέθυστες χτυπιούνται ανακούρκουδα .


Ντόρα Βλάσση

Η φασολάδα


Προσφάτως άνεργοι κι οι δυο αριστεροί,
στου ενός το σπίτι κουβεντιάζουν, στα Σεπόλια,
λόγια σπουδαία συντροφικά, μα υπερτερεί
ο ήχος που βράζουνε στη χύτρα τα φασόλια.

''Θυμάσαι τότε'' λέει ο Γιάννης ''στη δουλειά,
που πρωτοβάλαμε υποψήφιοι ρε Μήτσο;
Πρωί ο αγώνας και το βράδυ ανεμελιά
το ουισκάκι το ταιριάζαμε με Ρίτσο''.

''Α, ναι ρε Γιάννη κι ευτυχώς που είχα εκλεγεί''
του λέει ο Μήτσος μ'εμφανή τη νοσταλγία...
''Απ'τη δουλειά ως τότε ο κώλος μου ΄χε βγει,
εσύ ατύχησες και να η οσφυαλγία.

Πενηνταρίσαμε κι η απόλυση ένα σοκ.
Τόση δουλειά, τόσοι αγώνες πάνε στράφι,
ούτε εισόδημα, ούτε σύνταξη, όλα γιοκ!
Δεν μας βοήθησε κανείς απ'το συνάφι.

Τώρα το φαγητό κοιτάμε μην καεί
γιατί τη βάψαμε ,μας έκοψε η λόρδα.
Σκέτα φασόλια -το καλύτερο φαΐ -
να μη βρωμάμε απ'τα κρεμμύδια και τα σκόρδα.

Αγωνιζόμενοι, χαχα, και εραστές
με τις ιδέες μας, για αριστερή Ελλάδα,
ίσως αν κάποτε τις κάναμε παστές,
ίσως ταιριάζαν τώρα με τη φασολάδα " .


Κώστας Σφενδουράκης



Δραπέτης


Τον σαλτιμπάγκο
με το ζιβάγκο
χειροκροτήστε ανεγκέφαλοί μου επαίτες
και θα σας κάνει όπως κάνουν οι ηγέτες.

Βοηθό τον Άκη
σκάβονται οι λάκκοι...
Χαμογελώντας εκεί μέσα θα σας ρίξει
με τηλεοθόνες μην πεθάνετε από πλήξη.

Δέντρα με μίζες
αντί για ρίζες
απ'τα Λονδίνα τα 'φερε κι απ'τα Παρίσια
γιατί ταιριάζουν στο ντεκόρ τα κυπαρίσσια.

Πω πω κι ακόμα
μέσα στο χώμα
ονείρων θραύσματα που μοιάζουν με χρυσάφι !
" το τυχερό μας " , λέτε, " τούτο το χωράφι ".

Γλυκιά πατρίδα
σαν τάφο σ' είδα
γι' αυτό στο σόου σου δεν γίνομαι επαίτης
κυνηγημένος θα 'μαι πάντα, ένας δραπέτης.

Υπό του εδάφους
θα βλέπω τάφους
των ζωντανών μα αμετανόητων ομήρων...
Με τις οθόνες και τα θραύσματα ονείρων.


Κώστας Σφενδουράκης

Μονοτονία


Όλη τη μέρα βαρεμάρα
διαβάζω, τρώω, ψιλογράφω...
Πάω να δω μια σαχλαμάρα
σε κάνα κινηματογράφο.

Μία κοινωνική ταινία
ενός αγνώστου σκηνοθέτη
για την πνευματική πενία
ερωτηματικά να θέτει.

Και δείχνει στην αρχή του έργου
έναν με μια μπουκάλα ουίσκι
το στυλ του μάγκα του αέργου
που πάντοτε λεφτά όμως βρίσκει.

Είναι ο ''γαμάω'' και ο ''δέρνω''
ο ''άσπρα μούρα - μαύρα μούρα''
(το μάτι κατά λάθος γδέρνω
μ'έπιασε αφόρητη φαγούρα).

Δεν πρέπει να ΄βγαλε σχολείο
δεν πρέπει ούτε φρονιμίτη
μα η ζωή του μεγαλείο!
(Τώρα η φαγούρα και στη μύτη).

Θα αποκοιμηθώ σε λίγο...
Με το έξω είναι μια απ' τα ίδια.
Βαρέθηκα και πάω να φύγω
πριν πάει η φαγούρα μου στ' αρχίδια.

Ω ερωτική μονοτονία !
μαζί θα κοιμηθούμε πάλι...
Του θανάτου παρατονία
φαγούρα μέσα στο κεφάλι.


Κώστας Σφενδουράκης

Η μοναξιά ( la solitude - Leo Ferre )



Είμαι από μία χώρα αλλιώτικη απ’ την δική σας
μία αλλιώτικη γειτονιά μία αλλιώτικη μοναξιά
ανακαλύπτω απόψε δρόμους που θα διαβώ
του δικού σας κόσμου πια δεν είμαι
μα προσμένω αποτελέσματα μεταλλάξεων
βιολογικά βολεμένος με την ιδέα που έχω
για την βιολογία κατουράω, χύνω και κλαίω
υπάρχει άραγε κάποια ανάγκη να φτιάξουμε τις ιδέες μας
λες και τάχα ήταν βιομηχανοποιημένα προϊόντα;
εγώ έτοιμος είμαι πάντως να σας προμηθεύσω τα καλούπια
μα…
η μοναξιά…
τα καλούπια αυτά είναι καινούργιου τύπου,
σας το λέω πως χύθηκαν αύριο το πρωϊ
κι αν δεν διαθέτετε απ’ απόψε την σχετική αίσθηση διάρκειας
δεν κάνει να σας την μεταδώσω
και είν’ ανώφελο να κοιτάζετε μπρος
γιατί το μπρος είναι τελικά πίσω και η νύχτα μέρα
και…
η μοναξιά…
είναι απόλυτη ανάγκη τ’ αυτόματα πλυντήρια στις γωνίες των δρόμων
να μείνουν ελεύθερα σαν τους σηματοδότες
οι μπάτσοι της λευκότητας να σας υποδείχνουν
το σε ποιο κουτί σας επιτρέπεται να πλύνετε
εκείνο που εκλαμβάνετε για συνείδησή σας
αλλά δεν είναι παρά ένας εθισμός του όργανου του νευροφυτικού
που χρησιμεύει γα εγκέφαλός σας
και όμως…
η μοναξιά…
η απελπισία είναι η ύψιστη μορφή κριτικής
για την ώρα ας την πούμε συμβατικά «ευτυχία»
οι λέξεις που ξεστομίζετε δεν είναι πια «οι λέξεις»
μα κάποιο είδος αγωγού για ν’ αποκτήσουν καλή συνείδηση
οι αναλφάβητοι, μα…
η μοναξιά…
ο αστικός κώδικας αλλά γι’ αυτόν αργότερα ας τα πούμε
γιατί τώρα θα ’θελα να συστηματοποιήσω το ασυστηματοποίητο
θα ’θελα να μετρήσω τις δαναϊδες δημοκρατίες σας
θα ’θελα να κλειστώ στο απόλυτο κενό και να γίνω
το ανείπωτο, το μη πραγματοποιήσιμο
το μη αγνό μέσα στην έλλειψη κάθε διαύγειας.
Η διαύγεια κρύβεται μες στα παντελόνια μου.

( μετάφραση αγνώστου )

Λεό Φερρέ

Πλέμπα


Του όνου η ουρά θα στάξει,
αν η Πλέμπα θα φωνάξει,
δεν ακούνε Πλέμπα μεσ' το κοινοβούλιο
μόνο Νάνα και Ιγγλέσιας τον Χούλιο.

Σαν αρκούδα κάνει κέφι
και της παίζουνε το ντέφι,
να χοροπηδά να χάνει και τα βήματα
για να κονομάν' εκείνοι απ' τα κουνήματα.

Πλέμπα,
βρε πως έχεις πια στεγνώσει, Πλέμπα, Πλέμπα,
σε αρμέγουν κι οι τριακόσιοι
σου πήρανε και τη φωνή.

Τώρα κλαις και το 'χεις ρίξει, Πλέμπα, Πλέμπα,
στα αχ και βαχ μας τα 'χεις πρήξει
πάρε σαπούνι και σκοινί.

Πλέμπα, Πλέμπα,
κι αν δεν έχεις φαγητό,
Πλέμπα, Πλέμπα,
παξιμάδι το δικό σου κάνε  το σκατό.

Βρε πως έχεις τώρα ρέψει, Πλέμπα, Πλέμπα,
και για επανά ούτε σκέψη,
μη σε συλλάβει το εκατό.

Βρε πως έχεις πια στεγνώσει, Πλέμπα, Πλέμπα,
σε αρμέγουν κι οι τριακόσιοι
σου πήρανε και τη φωνή.

Τώρα κλαις και το 'χεις ρίξει, Πλέμπα, Πλέμπα,
στα αχ και βαχ μας τα 'χεις πρήξει
πάρε σαπούνι και σκοινί.

Πλέμπα, Πλέμπα,
κι αν δεν έχεις φαγητό,
Πλέμπα, Πλέμπα,
παξιμάδι το δικό σου κάνε  το σκατό.

Βρε πως έχεις τώρα ρέψει, Πλέμπα, Πλέμπα,
και για επανά ούτε σκέψη,
μη σε συλλάβει το εκατό.



Κώστας Σφενδουράκης
 ( Διασκευή του " Μπέμπα " του Γιώργου Τζαβέλα )

Γκραν Γκινιόλ


Σ' αυτό το κόσμο των θαυμάτων
όλα θα έχουνε αλλάξει
θα 'ναι η τελευταία πράξη
εκτός βουλής, δικαιωμάτων
άνευ πολέμων και αιμάτων...
Όλα θα μπούνε σε μια τάξη,
στη νέα τάξη των πραγμάτων.

Μία παγκόσμια κοινωνία !
Εκεί το τέλος οριζόντων
η ταύτιση νεκρών και ζώντων...
Η ειρήνη γίνεται μανία,
τα νεύρα γίνονται πηνία
- στη κοινωνία των απόντων -
να μαγνητίσουν την ανία.

Στο κόσμο αυτό τον αρρωστιάρη
ξένοι και παρεπίδημοι όλοι
έχουν στον κρόταφο πιστόλι
μα δεν το παίρνουνε χαμπάρι.
Κουμάντο κάνουν οι κουμπάροι
σ' αυτόν τον κόσμο τον καριόλη
τον ψεύτικο τον αρρωστιάρη...



Κώστας Σφενδουράκης

Οσίων έγερσις

Ωραίο το παστίτσιο !
Φαΐ 5 αστέρων...
Μα δεν θα γίνει βίτσιο
των βίγκαν καλογέρων.

Κιμάς με μακαρόνια
και μπεσαμέλ αγία !
Ανήθικα πρεζόνια
μας βλάπτουν την υγεία.

" Εμπρός ξεσηκωθείτε !
Σε κίνδυνο η πατρίδα " .
" Να πα να γαμηθείτε.
Μας κάνατε παρτίδα " .

Και τώρα από καπρίτσιο
δικάζουν το παστίτσιο.


Κώστας Σφενδουράκης

Επιστολή



Κόρη του οίκτου , εμβριθής μαρκησία των άλλων τύπων ,
έκατσα παράνυφη σου και σε παραμόνευα που παρανομούσες εις βάρος της πλήξης.
Στα κοτέτσια του ορίζοντα κόκκινες απο έξαψη οι κότες κλωσσούν τ' αυγά των τρόμων που γνωστοποιούν οι αστικοί κήρυκες.Οι πλουμιστοί κηφήνες κοιμούνται τον ύπνο του αδίκου στα πατάρια των προαστίων.
Να σκοτωθεί όπως ένα σκυλί στ' αμπέλι η ησυχία των μαζών.


Ντόρα Βλάσση



Χοίροου


                                       Στην Ειρήνη Π. Δ.

Οι πεθαμένοι ήρωες ζουν μόνο στα βιβλία,
δοξαστικά λατρεύονται, με λόγια δανεικά...
Μια βουτηγμένη ηδονή μεσ' τη νεκροφιλία
σημαίες όρθιες σαν φαλλοί, φτηνά ιδανικά.
Του μύθου που θα διηγηθώ ο άγνωστος στρατιώτης
σαν ήρωας, για τις μέλλουσες, πολέμησε, γενιές
ατρόμητος και δίκαιος -γιατί ήτανε πατριώτης-
τις σφαίρες δεν φοβότανε ούτε τις κανονιές.
Μέσα του έλεγε πως για το δίκαιο πολεμούσε
σε κάθε γράμμα που έστελνε το έγραφε κι αυτό...
''Μάνα το δίκαιο το 'χω εγώ... Μου λείπεις μάνα, που 'σαι;
Μάνα σε νιώθω μέσα πια από τούτο το γραφτό.''
Έγραφε στο χαράκωμα, εν εξελίξει η μάχη,
τα ίδια όμως έγραφε απέναντι ο εχθρός...
Όπως ο ήρωας κι αυτός πρέπει μια μάνα να ΄χει...
Είχε κι αυτός που κείτονταν λίγο πιο κει νεκρός.
Μαινόταν πόλεμος παντού σ'όλης της γης τα μέρη
σκόρπια κορμιά, νεκρά παιδιά και ήρωες νεκροί
η κάθε νύχτα ήταν πηχτή και κάθε μεσημέρι
ο ήλιος έχανε το φως κι έπαιρνε χρώμα γκρι...
Και τέλειωσε ο πόλεμος μετά από χρόνια χίλια
ένα τεράστιο, έγινε, νεκροταφείο η γη
γεμάτη από πτώματα, τάφους και ασφοδίλια
μα ζωντανός και νικητής ο ήρωας είχε βγει.
Με της πατρίδας να κρατά στα χέρια τη σημαία
συγκινημένος που η ζωή είναι προ των θυρών
θα δει πια την πατρίδα του περήφανη κι ακμαία!
''Εξετελέσθη η διαταγή αυτή των ισχυρών''...
Εκεί όμως επιστρέφοντας, έρημη η πατρίδα!
Επάνω της περπάταγε με βήματα συρτά...
Κόκκινη σαν να έριξε αιμάτων καταιγίδα,
τόσο που πότισε τη γη κι έκαψε τα σπαρτά...
Ο πόλεμος ήταν παντού μ' αυτός το 'χε ξεχάσει
το μόνο που σκεφτότανε, να γύρναγε ξανά
που τον περίμενε ο λαός σαν νικητής να φτάσει
για να τον χρίσει λυτρωτή με ''δόξα'' κι ''ωσανά'' !
Που να σκεφτεί ο δύσμοιρος πως πολεμούσε όταν
ο πόλεμος όπως εκεί έτσι ήτανε κι εδώ.
Το μόνο που σκεφτότανε, ο εχθρός σαν σκοτωνόταν,
τη μάνα του που του ΄λεγε ''ήρωα να σε δω'' !
Έτσι τελειώνει τούτος δω του παραλόγου ο μύθος
που δεν θα διηγηθεί ποτέ, κανένας σε παιδιά
για να τους πει: ''Παράσημα αν γέμισε το στήθος
σημαίνει ότι άδειασε από αίμα η καρδιά''...


Κώστας Σφενδουράκης

Μελετώντας την παλίρροια


Με έκαψε αυτό το σκοινί
Τράβηξε η μαριονέτα να χορεύει διαολεμένα μόνη της

Φύσηξα τις χούφτες και βγήκανε πεταλουδίτσες και με στράβωσαν


Pandiony

Πελατών έγερσις

Δες μας Αγά !... Να, κτισμένοι
μέσα στο παλάτι σου.
Διψασμένοι, πεινασμένοι,
πείσμα και γινάτι σου.

Πες μας τι μας περιμένει;
Ποιος θα μπει στο μάτι σου;
Η δική μας ειμαρμένη
είναι στο κρεβάτι σου...

Κράζαμε όλοι σου οι πελάτες :
" Πιάνα, γαλλικά, πιλάτες
κι άλλα... Κι άλλα τάξε μας "!

Τώρα οι κουμπαράδες άδειοι
κι ο καιρός να γίνουμε άγιοι...
Αχ Αγά μας σφάξε μας !


Κώστας Σφενδουράκης

Guacamayas


Τους ουρανούς γεμίσανε πάλ' οι γκουακαμάγιας
δοχεία κοασμάτων ,οι ιδιότροπες υδρίες
σκορπίζουνε τις ίριδες μιάς τροπικής παπάγιας
να φέξουν οι σπηλιές γερες ,ανήσυχες κυρίες.

Τις νύχτες στα νερά γερνούν όλο συνεπαρμένες
σφεντόνες σαν κραδαίνουνε οχτάχρονοι ιππότες
στέκουν ασύλληπτες θεές και άγρια παρμένες
άψογα τις αιθέριες ζυγίζουνε τις πορτες

Στα κτίσματα, ερείπια ανθρώπων απο τήλιο
κι ούτ' ένα  μίλι ορφανό απ' άλικες κηλίδες
βάζουνε τις χερούκλες  τους οι αντάρτες για αντήλιο
γεννοβολούν τις ρότες τους , νημάτων πλημμυρίδες.

Γκουακαμάγιας φλογερές ,βεντάλιες , θυγατέρες
το πρώτο πρώτο γεύμα σας θα είναι απο λουλάκι
θα τρέχουν σαν τα αίματα πιτσιρικούλες μέρες
παράνυφες του σηκωμού, της ανταρσίας γιατάκι.
 
(Για το πάντα εξεγερμένο Μεξικό.)


Ντόρα Βλάσση

Ο Πρίαπος



Πιο σκοτεινή απ’ τα σκοτεινά η απλή, τραχιά μου Φύση·
φαλλός ετοιμοπόλεμος και όρχεις ογκηροί·
από τη δύση ώς την αυγή κι απ’ την αυγή ώς τη δύση
είμαι αυτό – ο Πρίαπος – στύση παντοτινή.

Στον κόσμο τον ανέραστο που χρόνια έχουν χτίσει
οι Καίσαρες κι οι Πραίτωρες και οι Μικροί Καιροί
είμαι η παραμόνιμη ροή μαζί και η βρύση
απ’ όπου ρέουν άπαυτα τού Έρωτα οι χυμοί.

Αδέρφια μου στον Έρωτα, θα σας τ’ ομολογήσω·
αδέρφια μου, στον Έναν μας Θεό θα τ’ ορκιστώ. –

Στον κόσμο αυτόν που μού ‘λαχε με σας να κατοικήσω
και με τα τρία πόδια μου γοργός να πορευτώ
και μ’ ένα μέτρο αλλιώτικο τον κόσμο να μετρήσω,

τίποτα δεν συνάντησα που –φευ– να μην μπορώ
απ’ την αρχέγονη ορμή σκληρός να καβαλήσω
και ξοδεμένος βίαια να το ερωτευτώ.


Θεοδόσης Βολκώφ

Ηλιθίων Έγερσις

                                      Στη Μαρία Ψαριανού

Ο Ρήτορας, μιλάει τώρα, ο Ρήτορας !
Τα λόγια του εκτοξεύονται σαν βέλη...
Θα γίνει αρχηγός και επιβήτορας
μες στην αγέλη.

Ο Ρήτορας ποτέ, ποτέ δεν έγινε,
δεν έγινε φθηνός πολιτικάντης...
Χρησμούς θα δίνει που ποτέ δεν έδινε
κανένας μάντης.

Θα πέφτουν σωρηδόν χειροκροτήματα :
" Δικοί σου εμείς, εσύ θεού προφήτης !
Δικά σου της καρδιάς μας τα σκιρτήματα
κι η ενοχή της " .

Εκείνος θα τους δίνει πάντα όραση,
ελπίδα, η προσδοκία τους μεγάλη...
Θα τους το λένε κι απ' τη τηλεόραση
οι παπαγάλοι.

Θα έχουν - δεν χρειάζεται επανάσταση -
πολλαπλασιασμό άρτων και ιχθύων
προσμένοντας με πίστη την ανάσταση
των ηλιθίων !


Κώστας Σφενδουράκης


Χύδην


Στα ποίμνια μέλλονται τα σφαγεία
αφήνουνε για ενέχειρα ιστούς
των μαζών τους η συνήθης ανία
διασκεδάζεται θαρρείς μές σε ατμούς.
Συχνά πυκνά κερνιούνται συνανθρώπους
γεμάτη κάθε τόσο η πλατεία
πέλεκυς βαρύς, πάνω στον λαιμό τους,
στα κοπάδια μέλλονται τα σφαγεία.

Σχεδίασα το παρατόλμημα μας
μου έλειψε του τρόμου το ροδάνι
ν' αλέσει το οικοδόμημα μας
να δρέψει ,να θερίσει, να ξεκάνει .
Στα δημόσια πάλκα τόσα βράδια,
μία κακοπαιγμένη ανταρσία,
της λύσσας σφαγή για τα αποφάγια,
στα ποίμνια μέλλονται τα σφαγεία.

Στέκουνε οι πρώτες της πύρας μέρες
μνημεία φαιά, ξεγνεμένες Τροίες
απίθανοι μύλοι, χωρίς αέρες
σκύλ' ειναι οι μέρες , οι πάντα κρύες.
Οι σιωπές είναι μικρές τιμωρίες
για τους αιματολάφτες στην πλατεία
νοικοκύρηδες , των τύπων κυρίες ,
στα ποίμνια μέλλονται τα σφαγεία.

Πάνω απ' τις ανίες τους πώς παύει
της τελευταίας της τρίλιας η φωτιά
πάντα είν' αυλή και πάντα χαύει
τις υποσχέσεις νέου βασιλιά.



Ντόρα Βλάσση

Πλακόστρωτα



Η μπλε Πανσέληνος
του γκρι Αυγούστου
ξεπερνιέται και με λίγο έρωτα.

Όχι σαν τα χρόνια
που ταξιδεύουν χρόνια
να λυτρωθούν
στα νερά των Γερανείων.

Ούτε και σαν τ’ ανδρείκελα
τα γαλάζια
με τα δίχρωμα δεκανίκια.

Πεζοδρόμια
στα Προπύλαια τριγύρω.
Έχουν χαρτογραφηθεί
και κανείς δεν ακούει,
δε βλέπει
δεν νοιώθει.

Λοιπόν,
ολούθε πλακόστρωτα
αδημονούν
τα ποιήματά σου
ν’ αφήσεις.


Γιώργος Πρίμπας

Αδηφάγος πανσέληνος

                      στον Γιώργο και στον Άρη

Αυτά τ' αστέρια εκεί πάνω
τώρα που' χει πανσέληνο
θα μαγειρέψω, θα τα κάνω
με μαϊντανό και σέλινο.

Και τ' άνθη τούτα μες στο βάζο
- ρομαντισμός και φούμαρα! -
μες στο τσιμπούκι μου τα βάζω...
θα πέθαινα αν δεν φούμαρα.

Καταραμένη φτώχεια, σκρόφα
την χάσαμε την ποίηση...
Του στομαχιού εκποίηση.

Τώρα θα ανάψω αυτή τη στόφα...
O mama mia romantica...
Λουκάνικα πικάντικα !


Κώστας Σφενδουράκης

Ρακούν το εκλεκτό

                              στην Ολυμπία Γιαννικάκη


Μέσα σ' αυτό το καθεστώς,
σ' αυτό το λόμπι
βρίσκεται ο Άρχων καθιστός
πάνω στα ζόμπι.

Εκείνα σκούζουνε, πονούν
κι αυτός γελάει...
Παίρνει αγκαλιά ένα ρακούν
που 'χε στο πλάι.

Πάντοτε όταν ξενυχτά
του λέει δυο λόγια...
Βαριέται όλο ουρλιαχτά
και μοιρολόγια.

" Αγαπημένο, λατρευτό,
γλυκό μικρό μου
έχω κι εν' άλλο εαυτό
φόβου και τρόμου.

Εσύ όμως δεν θα τον γευτείς,
δεν είναι ανάγκη !
Μονάχα αυτοί, γονυπετείς,
οι ουρακοτάγκοι.

Εγώ έχω ευγενική καρδιά,
καρδιά μονάρχη,
μα όποιος μου κάνει τη λαδιά
παύει να υπάρχει.

Κι όποιος υπάρχει, όπως αυτοί,
απλά υπομένει.
Όλοι θα ζουν... 'Όμως σκυφτοί
και κολασμένοι! ".   


Κώστας Σφενδουράκης

Βράχος ΝΑΚΟ





Δεν είναι ο πόθος μας αυτός,
ετούτη η γη είναι ξένη...
Είναι ο άλλος μας εαυτός
με σύμβαση ορισμένη.

Θα 'ρθει μια μέρα και θα πεις:
" Πώς πέρασαν τα χρόνια;!
Μία ζωή "της προκοπής"
με καθαρά σεντόνια...

Κι όμως δεν μπόρεσα να ζω
στιγμούλες ευτυχίας
στο κόσμο τούτο το χαζό
χάρη μιας συμμαχίας...

Συμμάχησα με τα φθηνά
αισθήματα του κόσμου
για να καλύψω τα κενά...
δεν είμαι όμως δικός μου".

Μα όταν το πεις κοίτα μπροστά,
σε κείνο παραδώσου
με μάτια, ερωτικά, κλειστά
φίλησε το όνειρό σου !


Κώστας Σφενδουράκης

Εκπλήρωση πόθου





Το σπίτι με παράθυρα δυο μάτια
την θάλασσα να βλέπουν - πάντα είναι ανοιχτά.
Τα σώψυχά του όμορφα δωμάτια
μέσα όποιος μπει γοητεύεται, γλεντάει, ξενυχτά.

Το σπίτι αυτό μιλάει με το φεγγάρι...
Γνωρίζει κάθε αστέρι, ερμηνεύει τους καιρούς.
Το δέντρο απ' έξω ένα προσκυνητάρι
που όποιος ανέβει βλέπει πέρα βράχους ιερούς.

Το σπίτι αυτό το πόθησε η Ειρήνη...
Το καλοκαίρι απλώνει την καρδιά της στην αυλή.
Η θάλασσα μ' αγάπη θα την πλύνει,
ο ήλιος την φωτίζει μοιάζει κόκκινο γυαλί...

Και τότε η Ειρήνη θα πετάξει
πάνω απ' αυτόν το κόσμο, πέρα από τη συννεφιά.
Το σπίτι... η Ειρήνη... όλα εντάξει !
Μια εικόνα ζωοδόχος, μία θεία ζωγραφιά.


Κώστας Σφενδουράκης


Φλόγα πορτοκαλιού

Δυο φαναράκια από φλούδα ώριμου πορτοκαλιού
πίνω ρακί, για τα καλά έχει σουρουπώσει.
Κοιτώ τα σύννεφα, διακρίνω τη σκιά ενός πουλιού...
Θα 'ναι η ψυχή μου που 'χει γίνει άλλη τόση!

Μέσα ο Γκάμπριελ θα φτιάχνει τους χοχλιούς μπουμπουριστούς
και τα γατάκια μαζευτήκανε στην πόρτα.
Όταν ο άνθρωπος γεμίσει απ' τους καρπούς του τους μεστούς
φυτρώνουν έξω απ' την καρδιά του τ' άγρια χόρτα.

Τώρα που νύχτωσε και φάγαμε, μιλώ στον ουρανό:
" Άραγε κάπου να υπάρχει λίγη αγάπη; "
Μου απαντά και το κεφάλι καταφατικά κουνώ...
" Θα έχει σίγουρα στου Γκάμπριελ το ντουλάπι " .

-------------------------------------------------------------


Του Ξένιου Δία γίνεται

                                   στον Θανάση Αθανάσιο

" Εδώ είναι η γη των ολίγων,
η θάλασσα των εκλεκτών !
Ετούτο το γένος προσφύγων
θα ρίξουμε μέσα, πλαγκτόν.

Εδώ φίλε είναι Ελλάδα,
γι' αυτό να προσέχεις τι λες !
Θα ρίξουμε μες στο Καιάδα
τις μη καθώς πρέπει φυλές"...

Και έλεγε κι έλεγε ο Σταύρος
τα μάτια εκτοξεύαν οργή
αμήχανα κοίταζε ο μαύρος
με οίκτο μαζί και στοργή.

Κοιτώντας μαζεύει τον πάγκο
δεν παύει να χαμογελά
στον περαστικό σαλτιμπάγκο
που μόνος του παραμιλά...

Τι νόημα έχει να κάτσει
να ακούει λογύδρια ες ες ;
σε λίγο θα σκάσουν κι οι μπάτσοι...
σε εκτέλεση ο " Ξένιος Ζευς " !


Κώστας Σφενδουράκης

Πάψετε πια


Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στις τρικυμίας τα χέρια!
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

Τι; Πάλι να γυρίσουμε στην βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας,
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θάναι
και να μη νοιώθουμε καμμιά λαχτάρα ν’ ανατέλλει;
Πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής, να μοιάζουν τα όνειρά μας;

Η τόλμη αφού μας έλλειψε – και θα μας λείπει πάντα! -
να βγούμε μόνοι απ’τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,
κ’ ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους

μ’ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων -

κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα της θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη,
μα και μπορούν στη φόρα τους να μας σηκώσουν τόσο
ψηλα, που με το μέτωπο ν’αγγίξουμε τ’ αστέρια!


Κώστας Ουράνης

Ε 2


Μες στον υγρό βυθό θα μπω
μέσα στην πίστη του Ρεμπώ.
Έρωτας είναι, είναι βυθός
ένας αιώνιος ανθός.

Υπνωτισμένος τον ρουφώ...
Από ένα πέταλο κρυφό
βγαίνει τραντάζεται ο χυμός
της ηδονής γλυκός θυμός.

Τώρα διατάζει: " Έλα πιες" !
" Ναι, θα σε πιω, μα πόσο καις" !
" Τόσο που ετούτη τη νυχτιά
γίνεσαι ολόκληρος φωτιά" !



Κώστας Σφενδουράκης

Απάτριδες σήμερα



Ήμαστε άλλοι
Θα είμαστε άλλοι

Η ιστορία γράφεται
Η ζωή βιώνεται

Δεν είναι τα χώματα
Οι κορυφογραμμές
Τα νησιά
Η θάλασσα

Είναι τα θέλω μας
Το εμείς είναι
Ασύνορα σύνορα
Ημιπερατές μεμβράνες
Είναι η ώσμωση
Του πηλού
Tων αστεριών
Του σιταριού
Του έρωτα.



Γιώργος Πρίμπας

Κοντογιαλός


 Τώρα είμαι μία σταλιά φράκταλ στις άμμους.Είναι η σελήνη που μας έγινε ξενώνας.Δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση να θεωρηθώ αληθινή λουόμενή παρα μόνο εδώ , τη νύχτα ,που κείμαι έχοντας τον ουρανό σφοντύλι.Κυριολεκτώντας.

Είναι ανήκουστο αυτό που με παραφυλά. Είναι μία αφύσικη κοσμοχαλασιά απο μικροσκοπικά σφοντύλια που λαμποκοπούν και το βάρος τους είναι ανυπολόγιστο.Η αιθέρια γέφυρα , ο μυστικός λοξίας , είναι οι δυο πυλώνες που συγκρατούν την μία και μοναδική μου ευκαιρία να δώ.

Αλλόκοτα ζωντανά , όλο έπαρση ανθρωπίσκοι , ευχαριστιόμαστε κάτω απ' τους χρυσούς τρούλους και το κατανυκτικό μας δέος είναι απο φόβο.Τη  νύχτα αυτή , έχω στ΄αλήθεια νεραϊδοπαρθεί και δεν έχω ούτε μία ευθύνη για την θεομηνία μου.Λίγα μέτρα πιο εκεί ένα ησυχαστήριο νερών  , όμοιο με απολίθωμα σειρήνας όλο με θέλει.Είναι ατάραχο όπως οι φτελιές που απελπίζονται τις μέρες τις άπνοιας.Ξέρω πώς θα μπορούσα με τυμπανοκρουσίες να οριοθετήσω ένα δικό μου οικοπεδάκι πάνω στην γαληνότατη δημοκρατία του ,αλλά είμαι ένα φράκταλ ακινητοποιημένο , με το ουράνιο πανδαιμόνιο κοπανημένο στο κεφάλι μου.

Το σαμοβάρι των κόσμων πώς μας σιγοβράζει.Αυτό το ακριβοδίκαιο και ακριβοάδικο σαμοβάρι πώς μας μαγειρεύει.Πεντάμορφη βράση χιλίων χαρακτήρων μέσα στην απροβλεψιμότητα σου πόσο μπορώ να νιώθω τυχερότατη που είσαι σπίτι μου.



Ντόρα Βλάσση 

Μαμωνάς

                       στον Άκανθο


Μες στο ναό του Μαμωνά
πρεσβύτερος ιερουργεί.
Ψηλά τα χέρια του κουνά
με εξουσία, με οργή !

Έχει αρχίσει η τελετή
επικρατεί παντού σιωπή...
Πάνω πετούν χρυσοί αετοί
και σταματούν όταν τους πει.

Στον "νέο" το χρίσμα θα δοθεί,
έτσι αποφάσισε ο θεός...
Σαν καταρράκτης θα χυθεί
πυκνός, γυαλιστερός, φαιός.

Έξω ο κόσμος μες στο φως
σκυφτός, ρακένδυτος, σοφός...


Κώστας Σφενδουράκης

Αστέρια ( του Gottfried Benn )


Αστέρια-μέρες πνιγηρές,
ξόρκια, ικεσίες χρονοβόρες.
Θεοί κρατάνε ζυγαριές
καθώς διστάζουνε οι ώρες.

Πάλι κοπάδια τα χρυσά,
φως, ουρανός, πέπλο και πάλι,
κάτω από φτερά νεκρά φυσά
το παρελθόν κάτι να βγάλει;

Λαχτάρα που ‘χει ξαναρθεί,
τα ρόδα, εσύ, μέθη που στάζει-
το καλοκαίρι έχει σταθεί
τα χελιδόνια να κοιτάζει,

μια εικασία ακόμη μια,
η σιγουριά πως θα κρατήσει:
με ταξίδι στο κύμα, με νυχτιά
τα χελιδόνια έχουν μεθύσει.


Σε μετάφραση Νίκου Βουτυρόπουλου
ένα ποίημα του Gottfried Benn
(έμμετρη απόδοση Κώστας Σφενδουράκης)

Μπαλάντα του Σκαλκώτα και του Πρίμπα


Ουτιδανέ μου Ουρανέ, πρόσεχε μη σκοντάψεις.
Πρόσεχε μη γίνεις πρόστυχος, σαν κανα καθίκι,
Και σύννεφα, επιμελώς, στα χνώτα σου τα θάψεις.
«Άλικ' Αλίκη σ' αλυκή, και ν' αλυχτούν οι λύκοι.»
Ρίξε βροχή καλέ θεέ! λυπήσου το αρμυρίκι.
Συ θεός αρειμάνιος, γεννάς παντού τα φώτα,
Στολίζεις και τους ποιητές, διάδημα το φύκι!
«Του Σκαλκώτα τα βιολιά, ηλύσια βαρελότα.»

Ουτιδανέ μου Ουρανέ, τους προβολείς ν' ανάψεις,
Μολπές ωραίες τραγουδάς του Πίνδαρου τ' ασίκη.
Στην άγια ραθυμία σου χνοάζουνε οι λάμψεις.
Αφού 'μαστ' άχρονοι, λοιπόν, ο κόσμος μάς ανήκει.
Του ηττημένου δίνεται αυτή εδώ η νίκη.
Ο ουρανός, σαν κόκορας, φλερτάρει μία κότα,
ξεπέρασε το όριο, τον συλλαμβάνει η δίκη!
«Του Σκαλκώτα τα βιολιά, ηλύσια βαρελότα.»

Ουτιδανέ μου Ουρανέ, μην πας να παραγράψεις
Πώς και συ -ο αιώνιος-, συχνά πληρώνεις νοίκι.
Μαριόλη, αλογόμυγες χρυσές θέλεις να χάψεις,
Δεν είναι, φίλτατε, αυτό μαγκιά ούτ' αντριλίκι!
Πλήρωσε φόρο στον ποιητή, δώσ'του 'να καπίκι!
Αφού ολούθε χύθηκε, ασπαίρει άσπρη νότα,
Ξέχασε της διανόησης το έρμο ρεζιλίκι !
«Του Σκαλκώτα τα βιολιά, ηλύσια βαρελότα!»

Όταν «έγκριτοι», μιαροί, έψεγαν το «καζίκι»,
Εσύ αποκοιμήθηκες, μαρμάρινα τα ώτα..
Το «Ιαμβίζειν», πά' να πει: ξίφος βγάζ' απ' τη θήκη:
«Του Σκαλκώτα τα βιολιά, ηλύσια βαρελότα!»


Θανάσης Αθανάσιος

Μαλακάν

Νονού, οι μέθοδοί του, της μαφίας
αλλάζει σ' ανυπάκουους τα φώτα.
Διδάσκει, αλλά όχι όπως πρώτα,
διδασκαλία δι' αλληλογραφίας.

Περνά ο δρόμος της επιτυχίας
- νομίζει - κάτω απ' τη δικιά του μπότα...
Διατάζει, τιμωρεί κι ας είναι κότα
θυμάται στο στρατό που ήταν λοχίας.

Επίθεσηηη ! ποιητική αδεία
το θάψιμο, το κράξιμο: οι έξεις
βουτάει στη χολή πρώτα τις λέξεις
έτσι, να προκαλούν την αηδία.

Μαλάκας και σ' αυτή την ηλικία
δεν κόβεται μεγάλε η μαλακία !


Κώστας Σφενδουράκης

Υ.Γ. όποιος γουστάρει μπορεί να το χώσει και στο ημερολόγιο του

Κίτρινη τρικυμισμένη μου θάλασσα

                                     στη Χαριτίνη




Ο σκύλος που έπαιζε στην παραλία
ένα μακρύ απόγευμα σκάβοντας 
με τα νύχια μπηγμένα στο μυαλό του
{ βάλς με τραχειοτομή χόρευει 
με το φεγγάρι απόψε
ενδοστρεφή χαμόγελα για κάθε πανικό
ένα ποιήμα μ'ένα μαχαίρι στην πλάτη γυρνά
                                                  


από δωμάτιο σε δωμάτιο κρατώντας 
ένα ποτήρι λευκό κρασί}
Δάγκωνε τον ήλιο
κάνοντάς τον κόκκινο
γεμάτο ραγάδες και ουλές.

Εσύ στα βράχια ακουμπισμένη
διάβαζες Τραιανό και Μαστοράκη
ένα τρένο ρίγος διάσχιζε κάθετα το αίμα μου
μέχρι που νύχτωνε η γενική μου κάτοψη
τα φώτα έσβηναν στην εθνική του θανάτου
στην εθνική του μυαλού μου.
Ένα παλιό πάθος αέρας δυνατός
έμπαινε απ' τους αμφιβληστροειδείς
αλλά εδώ μην χτυπάτε δεν μένει κανείς
κανείς δεν θα βγεί να παίξει αυτό
το απόγευμα.

Μ' ένα νυστέρι και λίγο ιώδιο
μια μέδουσα θα βάλω στην τρύπα
στο γονατό σου
να κλείσει η πληγή
να παραβγούμε μέχρι το φάρο
σκάβοντας στην άμμο να βρούμε
τα προσωπά μας αγάπη μου θύελλα.

Απέραντη κίτρινη τρικυμισμένη μου θάλασσα.





Βαλάντης Βορδός

ΘΑΝΑΣΗ, ΜΗ ΜΠΑΛΑΝΤΑ!!

                                                                            στον Κώστα Σφενδουράκη

Ενώ μου κόβεις τα νύχια στο τάσι,
θάττον ή βράδιον θέριεψες πάλι.
Δεν κοιτάς που η φθείρα αφαιμάσσει,
Αχ το πτωχό τριχωτό μου  κεφάλι!
Θυμάσαι  γυναίκα ν'  άγγιξα άλλη;
Δε σου φόρεσα εράσμιο στέμμα;
Δε σε  γαμώ σα βαρβάτο δαμάλι;
Ανακοίνωση: ΘΑ ΣΕ ΠΑΕΙ ΑΙΜΑ

Γέλαγες πίσω από' να  κεράσι.
Αχ σαΐτευες  τσιμέντο κι  αιθάλη!
Από άσπρη καπνιά η παχιά σου η κράση.
Έκτοτε ρέκαζες: -«φύγε  ρεμάλι!».
Κι εγώ o δειλός φορώ στο κεφάλι,
την άλκιμη πεπλατυσμένη κρέμα.
Ρε τι ανώμαλος! γλείφω μασχάλη!
Ανακοίνωση: ΘΑ ΣΕ ΠΑΕΙ ΑΙΜΑ!

-Η κουμπάρα: «έλα και θα' χει φάση!»
-Εσύ: «πάγαινε, η κουμπάρα δε σφάλλει,
διερευνάει των όντων τη σχάση!»
Τώρα όμως σε θωρώ με το κιάλι.
Δικηγόρος με χαρτιά  ξεπροβάλλει.
Τι κι αν λέω πως ήτανε ψέμα..
-Το πουλί μου δες. -Τί; -Καίει σα μαγκάλι!
Ανακοίνωση: ΘΑ ΣΕ ΠΑΕΙ ΑΙΜΑ

Θεωρώ μόνη καυλιάρα την Κάλι
(Θείο το σπέρμα αν στέργει το βλέμμα)
Κατ' ανάγκη τη γαμώ με κουτάλι..
Ανακοίνωση: ΘΑ ΣΕ ΠΑΕΙ ΑΙΜΑ




Θανάσης Αθανάσιος


Ευχαριστώ φίλε...

Ο ποιητής και ο κριτικός [Κωστής Παλαμάς]

./..
Το κεφάλαιο τούτο θα είχε τίτλο «Το ποίημα» και θα ήταν ένα ξέτασμα, και θεωρητικό και απάνου σε παραδείγματα εφαρμοσμένο, της ποιητικής τέχνης, χρήσιμη, κατά τη γνώμη μου, δουλειά για το κάποιο λαγάρισμα θολωμένων νερών. Όμως ας μου συχωρέσουν όσοι μου κάνουν, υπομονετικοί καθώς είναι, την τιμή να διαβάζουν τούτα μου τα σημειώματα, να κρατήσω το μέρος αυτό για το παρακάτω κεφάλαιο, και να βάλω στη θέση του κάποιο άλλο ζήτημα. Στο ζήτημα τούτο μου δίνει αφορμή η απάντηση του κ. Καστρινού και η ανταπάντηση του «Κάποιου που δεν έχει έργο». Τον κ. Καστρινό τον ξέρω από τα λίγα του γραψίματα που έτυχε να πέσουνε στα μάτια μου, κυριώτερα δε από τη μελέτη και τη μετάδοση σ’ εμάς ρώσων τρανώνε λογογράφων, καθώς είναι ό Τολστόης. Θα τον ευχαριστούσα δε για όσα καλά φρονεί και δημοσιεύει απάνου στο όνομά μου, ανίσως δε νόμιζα πως κάνεις, μιλώντας, καλά κακά για το ταπεινό μου έργο, ‘γγίζει, θέλοντας μη θέλοντας, ζητήματα απρόσωπα, ώστε να είναι κάπως περιττό κάθε προσωπικό ευχαριστήριο. Όσο για τον «Κάποιο που δεν έχει έργο», τόνε στοχάζομαι άνθρωπο καλοπροαίρετο και ειλικρινή, αν και χρειάζεται κάποια συγκατάβαση όταν κανείς παρουσιάζεται ξέσκεπος, να πιάνει σοβαρές συζήτησες με προσωπιδοφόρους. Ας είναι. Ο «Κάποιος που δεν έχει όνομα» έφερε σπουδαιότατο ζήτημα : Ποια είναι τα δικαιώματα της κριτικής, και από που αρχίζουνε και που τελειώνουν τα σύνορα της. Υποθέτω πως ο Καστρινός δε φαντάστηκε ποτέ να φιλονικήσει το δικαίωμα μιας τόσο μεγάλης, τόσο πλατειάς και τόσο μπασμένης σε όλους τους κύκλους της ενέργειας και της πράξης ιδέας, καθώς είναι η σοσιαλιστική, να μετρά με τα μέτρα τα δικά της και την ποίηση και την τέχνη και τα έργα της φαντασίας˙ κι αν μπορεί να φιλονικηθεί το δικαίωμα τούτο, πάντα είναι ιστορικό, πάντα σημαντικό γεγονός πως ο σοσιαλισμός, καθώς ζητά να πλάση μια τέχνη, έτσι και την τέχνη τούτη στυλώνει και ξεκαθαρίζει με μια κριτική. Ό κ. Κ. κατακρίνει, φανερό είναι, την ανόητη χρησιμοποίηση του δίκιου τούτου, και το ξεμύτισμα της σοσιαλιστικής ιδέας εκεί που δεν την περιμένουν. Πολλοί βάζουνε στο σημάδι, και πάει χαμένος ο κόπος τους, και με τα ίδια όπλα που άλλοι κατορθώνουνε να χτυπήσουν ίσια. Η επιτυχία θέλει, πρώτ' απ’ όλα, γύμνασμα.
Ο «Κάποιος» αναφέρνει πως ένα «εγκριτώτατο» σοσιαλιστικό περιοδικό κ’ ένα άλλο σλαβικό «λούσανε στις βρισιές» και έκδοτη και κοινό από την αφορμή του ξανατυπωμού των έργων του Μωπασσάν. Ο Μωπασσάν χαραχτηρίζεται από τους τσεκουράτους αυτούς πολεμιστές «ψεύτης αδιάντροπος», σαν πολέμιος της σοσιαλιστικής ιδέας. Λυπάμαι, γιατί έτσι, καθώς ανώνυμα και αόριστα σημειώνει τα περιοδικά ταύτα ο επιστολογράφος, δεν μπορούμε να τα βρούμε, για να αποχτήσουμε, ανίσως και μας είναι βολετό, μιαν άμεση αντίληψη της κριτικής τούτης, ώστε να κατορθώσουμε πολύ πιο καλοσυνείδητα να την κρίνουμε. Κ' εδώ φαίνεται πόσο είναι χρήσιμα και πόσο σοφά, σε τέτοιου είδους συζήτησες, οι παραπομπές και τα πιστά παραβάλματα στα λόγια μας των ξένωνε λόγων˙ έτσι ευκολύνεται η εξέλεγξη. Ανάγκη λοιπόν να βασιστώ στη σημείωση του Κάποιου. Βρίσκω πως οι «βρισιές» δεν προστέτουν τίποτε στη δύναμη του διαφεντεμού μιας ιδέας και πως τα στόματα που αφρίζουν, οι γροθιές που προτείνονται, οι γκριμάτσες και οι μούντζες, δεν μπορούνε σε τίποτε να παραβγούνε μπροστά στην υψηλή γαλήνη του έντον’ ασάλευτου και σαν αγαλματένιου προσώπου που διαλαλεί ό,τι πιστεύει πως είναι η αλήθεια. Εχτός αν η βρισιά, εχτός αν το άφρισμα είναι τόποι, είναι τρόποι για να ξεσκεπάσουνε και για να ξεχυθούν, όχι τα νεύρα του ταρασμένου συζητητή, μα ο θυμός κάποιου μεγαλοφάνταστου πολέμαρχου του Λόγου. Η Τέχνη όλα τα ομορφαίνει. Σοί Κύριε! Μα η παρατήρηση τούτη είναι παραπανιστή. Το κυριώτατο στο ζήτημα μας είναι: Βρίσκω πως είναι για να ξαφνίσει και είναι πολύ άτυχο, για να μας δείξει κάνεις την ψευτιά μιας τέχνης, να διαλέξει συγγραφέα σαν το Μωπασσάν. Ο συγγραφέας αυτός ξυπνά μπροστά στα μάτια και του φιλολογικά θρεμμένου αναγνώστη και του φιλόλογου κριτικού τονειροφάντασμα της καλλιτεχνικής αλήθειας. Ανάμεσα στους πραγματιστές τεχνίτες του λόγου που φανήκανε, ξεχωριστά στη Γαλλία και στην Ευρώπη, στο δεύτερο πενηντάχρονο του περασμένου αιώνα, είναι ο κατεξοχήν αντικειμενικός, να πούμε, ο απάνου απ’ όλους αληθινός, μαθητής καθώς είναι και συνεχιστής της επιστημονικής καλολογίας του μεγάλου Φλωμπέρ. Τα έργα του δεν τα διαπερνά καμιά πρωτότυπη, καμιά τρανή φιλοσοφική σκέψη˙ τα γιομίζει όλα και πιο πολύ τα σύντομα διηγήματα του, καύχημα στην Ιστορία της γαλλικής φιλολογίας, κλασσικά στο είδος τους, η ζωή.
Μα η καλλιτεχνική αλήθεια όσο κι αν ζητά να παρασταθεί αντικειμενικότερα, είναι πάντα κάτι υποκειμενικό, κάτι που κρεμιέται από την προσωπικότητα του τεχνίτη, από τον τρόπο που κοιτά, από την τέχνη που μας ερμηνεύει τα κοιτάματά του. Η καλλιτεχνική αλήθεια διαφέρει πάντα αρκετά από την αλήθεια την επιστημονική. Ας αφήσουμε πώς και σ’ αυτή την επιστήμη η αλήθεια, καθώς δεν είναι κάτι τελειωτικό, έτσι και το κυνήγημά της γίνεται κατά τρόπους που θυμίζουν αρκετά τους δρόμους της τέχνης, τουλάχιστον εκεί που μεγάλοι επιστήμονες είναι οι κυνηγοί. Παρατηρήθηκε πως μαθηματικές κορφές, ένας Gauss, ένας Riemann, ένας Πουανκαρέ, έχουν ο καθένας τους στον τρόπο που αποδείχνουνε τα θεωρήματα τους, κάτι βαθιά προσωπικό, βαθιά και όλως διόλου και χαραχτηριστικώτατα διαφορετικό ο ένας από τον άλλο. Πολύ περισσότερο οι γιατροί με τη διαγνωστική τους. Ακόμα περισσότερο οι κριτικοί των έργων του Λόγου και της Τέχνης. Κριτικός από κριτικό, συχνά πυκνά, διαφέρει σαν ένα καλάθι κεράσια από ένα βράχο. Και γι’ αυτό είναι χωρισμένοι, μέσα στο διανοητικό κόσμο, σε δυο μεγάλα στρατόπεδα˙ σε δογματικούς και σε αναρχικούς˙ μέσα στα δυο τούτα χωρίσματα μπαίνουνε, συναπαντιένται, σπρώχνονται και συνταιριάζονται κάθε λογής ιδιοσυγκρασίες κριτικές. Και καθώς υπάρχουν ποιητές φανατικοί του όνειρου και φανατικοί της πραγματικότης, ποιητές ιδεαλιστές και ποιητές θετικιστές, ποιητές και με τα δυο στοιχεία τούτα, ποιητές απάνου κι από τα δυο στοιχεία τούτα, μα πάντα μεταμορφωτές, πάντα νοθευτές - ας μη φοβηθούμε τη λέξη - του άδολου κρασιού της ζωής, ή στο χειρότερο ή στο καλλίτερο, στο πιο μαύρο ή στο πιο ρόδινο, τεχνίτες που ζωγραφίζουνε, μα που δεν αντιγράφουνε, - έτσι και παράλληλα με τούτους υπάρχουν αναγνώστες ονειρόφιλοι και αναγνώστες πιστοί της ζωής, αναγνώστες φυσιολάτρες και αναγνώστες εραστές της ιδέας˙ ο καθένας τους βρίσκουν αληθινά τα έργα που εκφράζουνε τα ιδανικά τους˙ τα έργα που είναι βγαλμένα από άλλα εργαστήρια, τους φαντάζουν ψεύτικα. Πιο μετρημένοι θα είναι βέβαια οι αναγνώστες οι κριτικοί που θα μπορούνε να ξεδιαλύσουνε μέσα σε κάθε καλλιτέχνημα την αλήθεια τη δική του την ξεχωριστή.
Άλλο ομορφιά στη φύση και άλλο ομορφιά στην τέχνη. Μάλιστα υπάρχουν καλολόγοι που φρονούνε πως μόνο το όνομα έχουνε κοινό οι δυο τούτες όλως διόλου διαφορετικές ιδέες, και πως μάλιστα το κοινό τούτο όνομα ομορφιά για δυο πράματα που είναι άμοιαστα σε πολλά, δίνει αφορμές σε σύγχιση και σε θολώματα. Και μπορεί να μην έχουν άδικο.
Ο ίδιος ο Μωπασσάν, δημιουργός και κριτικός μαζί καλλιτέχνης, σαν κάθε ποιητής που αναγκάζεται από τη δύναμη των πραγμάτων, υστερ' από τη γέννα των παιδιών του, να πιστοποιήσει και τα δίκια τους, να πως ορίζει στον πρόλογο της μυθιστορίας του «Πέτρος και Γιάννης» τον ουσιαστικό χαραχτήρα του κριτικού: «Χωρίς μεροληψία, χωρίς από προτήτερα μορφωμένες γνώμες, χωρίς ιδέες παρμένες από τούτο ή από εκείνο το τεχνικό σχολειό, χωρίς καμιά προσήλωση σε ωρισμένην οικογένεια καλλιτεχνών, πρέπει ο κριτικός να καταλαβαίνει, να ξεχωρίζει και να εξηγεί όλες τις προσπάθειες και τις πιο αντίθετες, τις ιδιοσυγκρασίες τις πιο ενάντιες, και να παραδέχεται τα ψαξίματα, μέσα στην τέχνη, τα πιο διαφορετικά». Το ιδεώδικο τούτο υπόδειγμα του έργου του κριτικού βέβαια πως δεν μπορεί να εφαρμόζεται με όλη του την ιδεατή εντέλεια. Η κριτική είναι το μέτρο πού μπαίνει σε κάθε λογής επιστήμη, τέχνη, ιδέα, σκέψη, ενέργεια, για το ξεκαθάρισμα και για την προαγωγή τους. Μα κάθε ενέργεια, κάθε σκέψη, κάθε ιδέα, κάθε τέχνη, κάθε επιστήμη έχει τη δική της την κριτική˙ κι όσο πιο τελειωμένοι, όσο πιο ξεχωρισμένοι δείχνονται οι κύκλοι τούτοι, τόσο πιο ξεχωρισμένα, τόσο πιο τελειωμένα τα κριτικά τους μέτρα. Οι διαφορετικές τούτες κριτικές βοηθιένται, στην ανάγκη, αναμεταξύ τους κι αλληλοσυμπληρώνονται, μα δεν αναπληρώνονται και δεν πατάνε η μια κριτική τα σύνορα της άλλης, χωρίς θαλασσώματα, γλιστρήματα, αδικήματα. Ο Σαιντμπέβ για να τονώσει την κριτική του δύναμη, μαζί γνώση και τέχνη, άκουσε για καιρό ιατρικά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, μα δε σημαίνει τούτο πως του γίνηκε η φυσιολογία και η ανατομική αποκλειστικές ασχολίες, από απλά βοηθήματα. Και το ελάττωμα του Λομπρόζου και του Μαξ Νορδάου και όλων των κριτικών που βγαίνουν από τα ‘ργαστήρια τους είναι πως παραπολύ μεταχειρίζονται τη χοντροκάμωτη κάπως ζυγαριά της ψυχιατρικής στο ζύγιασμα των έργων των λεπτεπίλεπτων της μεγαλοφυΐας. Κορυφαίοι της σκέψης και της τέχνης πού αφήσανε τα σημάδια τους σε πολλαπλούς κύκλους της ανθρώπινης ενέργειας, λογικό είναι να γίνονται υποκείμενα πολλαπλών κριτικών, έξαφνα σαν το Ρουσσώ, που του γιόρτασαν τώρα τα διακόσια του χρόνια Γαλλία και Ελβετία, που είναι μαζί μέγας φιλόσοφος και μέγας ποιητής, και τα έργα του κολυμπάνε όμοια άνετα στα πέλαγα της πολιτικής, της ηθικής, της καλολογίας. Μα κι εδώ χρειάζεται προσοχή και ξεχώρισμα˙ ο Μπαρρές όταν από το βήμα της Βουλής χτυπά το Ζολά, χτυπά το Ρουσσώ, τους χτυπά όχι ο μεγάλος λογοτέχνης, που είναι ο Μπαρρές, μα ο αποκλειστικός πολιτευτής˙ και τα χτυπήματα του, που αν λογαριάζονται, λογαριάζονται πάντα πιο πολύ για τη λογοτεχνική τους δύναμη - πάντα η τέχνη ο σωτήρας - δεν παραλλάζουνε, ουσιαστικά, από τα χτυπήματα της Εκκλησίας λ. χ. και στο έργο τότε, και στη μνήμη τώρα του Θεόφιλου Καϊρη, του πρωτοστάτη και σ' εμάς εδώ του αδέσμευτου φιλοσοφικού λόγου, του πιο πολύτιμου δώρου που δόθηκε του ανθρώπου να χαρεί. Δυο μεγάλες δύναμες, από μιας αρχής, φιλονικάνε για τα σκήπτρα του βασίλειου της ιδέας˙ η Ηθική και η Αιστητική˙ η καθεμιά έχει τους αποστόλους της και τους κριτικούς της. Εδώ η Ζωή, δεμένη με κανόνες, που έξω απ’ αυτούς σωτηρία δεν υπάρχει˙ εκεί η Ζωή, που για να κρατιέται στο ύφος της, ελεύτερο πρέπει να αφήνεται το πανώριο της ξέσπασμα. Όσο κι αν λατρεύουν οι ηθικολόγοι την Αρετή σαν ομορφιά, όσο κι αν οι καλολόγοι πιστεύουν πως αρετή δεν είναι παρά η Ομορφιά, τα έργα που τα γεννά τούτ’ ή εκείν’ η πίστη σωστό να κρίνουνται από τη μεριά που τους ταιριάζει, πρώτ' απ’ όλα˙ αυτού είναι η αξία τους. Ηθική κ' Αιστητική, αυτόνομες πολιτείες, όσο κι αν έχουν ανάγκη σύμμαχων απ’ όξω. Και η σοσιαλιστική ιδέα, ιδέα ηθική, όσο κι αν υλιστικά εξηγεί ο σοσιαλισμός τα πράματα του κόσμου. (Υλισμός και ιδανισμός, συγκυβερνήτες. Τη γαλλική επανάσταση όμοια τη σπρώξανε οικονομικοί λόγοι και ο λόγος του Ρουσσώ). Για τούτο η σοσιαλιστική κριτική που ρίχνει το φως της για καλό απάνου στα έργα τα σοσιαλιστικά, δεν μπορεί παρά να σχοτίζει τα ζητήματα όταν εφαρμόζει τα δόγματα της απάνου σε έργα που μονάχα η φιλολογική κριτική μπορεί καθαρά να μας πει τι λογής είναι.
Διάβασα προ καιρού σε κάποιο περιοδικό (Documents du progrés) ένα φοβερό και δυνατό μανιφέστο τού Μάξιμου Γκόρκη εναντίον των «Κυνικών», καθώς ονομάζει ο νεοφώτιστος λογοτέχνης σοσιαλιστής τους πλουτοκρατικούς νοικοκυραίους και τη φιλολογία τους πέρα ως πέρα, και την αντίληψη που έχουνε του ωραίου στην Τέχνη. Αλύπητος είναι ο σοσιαλιστής κριτικός. Γκαπ και γκοπ το τσεκούρι του. Μα πόσα μέσα στην αποκλειστική του σάτιρα μας κάνει να ξανοίγουμε, και να στοχαζόμαστε «Καλά τα λέει!» Γιατί; Γιατί ξέρει και γράφει. Αυτό είν’ όλο το μυστικό που κάνει πειστικά τα λόγια του. Γιατί κάτου από τον αρνητή σοσιαλιστή, κάτου από τον καταφρονετή, σε πολλά, του Λόγου, είναι κρυμμένος ο τεχνίτης του Λόγου που γνωρίζει καλά κ’ εκείνα που προσβάλλει και που με τη ρητορική του, συγκινώντας μας, πείθει. Άξιος μαθητής του Τολστόη. Ο Τολστόης μου θυμίζει τη μακρόλογη και ψιλολογημένη μελέτη που έγραψεν απάνω στα έργα του Μωπασσάν. Κάθε φορά που τη διαβάζω δεν τη χορταίνω. Όχι γιατί βρίσκομαι σύμφωνος με όλα όσα μας διδάσκει. Τραγουδιστής εγώ, σερμένος από το πάθος της ομορφιάς και δεμένος με τη χρυσή αλυσίδα του Στίχου, όσο ταπεινός κι αν είμαι, αιστάνομαι πως κάτι μέσα μου επαναστατεί και διαμαρτύρεται κάτου από το βάρος της αντικαλλιτεχνιχής τολστοϊκής ιδεολογίας. Μα πως, θέλοντας μη θέλοντας, ο αταίριαστος ηθικολόγος Τολστόης μένει πάντα κ’ ένας λογοτέχνης κριτικός πρώτης γραμμής! Κάτου από το χριστιανικό του σοσιαλισμό ζει πάντα και καρδιοχτυπά ο καλολογικός του οίστρος. Αλύπητα χτυπά του Μωπασσάν την ανηθικότητα, δηλαδή την αδυναμία του να ξεχωρίζει την αρετή από την κακία, και να τα κρίνει όλα της κακίας άξια για να ζωγραφιένται. Μα και μαζί υπερέξοχα ξεχωρίζει το μεγάλο τάλαντο του Μωπασσάν, και ξεχωριστά, τη δύναμη του να ξανοίγει και να μας ζωγραφίζει όσα οι κοινοί άνθρωποι δεν μπορούνε να ξανοίξουν, δηλονότι το χάρισμα που κάνει την τέχνη του κατεξοχήν παραστατική πραγμάτων, χάρισμα που διαλαλούνε πέρα ως πέρα οι κριτικοί που αξίζουν τ’ όνομα, οι Βρυνετιέρ, οι Λανσόν και τόσοι άλλοι, όλως διόλου αντίθετα με το σοσιαλιστή κριτικό του κ. «Κάποιου που δεν έχει έργο». Και πως κάτου από την αντιπάθεια του απόστολου Τολστόη προς τα έργα της φυλής και της φιλοσοφίας του Μωπασσάν ξεμυτίζει η συμπάθεια του ρώσου μεγαλοτεχνίτη απεριόριστη προς το συντεχνίτη του το Γάλλο! Με ανάλογη δύναμη είναι σκαρωμένο και το βιβλίο του Τολστόη για το Σαιξπήρο. Μα στο βιβλίο τούτο, επειδή ακριβώς λείπει η συμπάθεια, το μέγα χάρισμα που, καθώς ανυψώνει τον ποιητή, εμπνέει και τον κριτικό στο δρόμο του, (με όσα κι α λένε όσοι της κριτικής τέχνης έχουνε μισή αντίληψη) στο βιβλίο τούτο κυριαρχεί αποκλειστικά μια παθολογική άρνηση που σε απελπίζει και σε κάνει να ξεφωνήσεις, με όλη τη φαινομενικά δυσκολοπολέμητη λογική της. Στην αρχή θυμώνεις, μα ύστερα στοχάζεσαι: ο Τολστόης δεν μπορούσε να μιλήσει για το Σαιξπήρο παρά καθώς μίλησε. Δυο στοιχεία, η φωτιά και το νερό, σμίγουν και πολεμάνε μέσα στο βιβλίο τούτο˙ δυο σύμβολα που φιλιωμό δεν έχουνε: ο ρώσος, σύγκαιρος των πρώτων αποστολικών καιρών˙ ο χριστιανός και ασκητής˙ ο Σαιξπήρος, όλη η Αναγέννηση του 16ου αιώνα, η αδιάφορη στην ηθική, η άθρησκη, η νοσταλγική λάτρισσα των αρχαίων ειδώλων, όλη λαγνεία και ποίηση. Και η γαλήνη ξαναχαϊδεύει σου την ψυχή.
./..