«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλάντης Βορδός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλάντης Βορδός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μήνυμα στη Νάνσυ

                                         στη Νάνσυ Δεσποτοπούλου


Έχω μια κοπέλα πού την λένε Ίζα,δηλαδή Ιζαμπέλα,
Ίζα είναι η μικρή Ιζαμπέλα στην Τσεχία,έχουμε την ίδια ηλικία
αλλά εγώ την φωνάζω Ίζα γιατί έχει σταματήσει ο χρόνος όταν την γνώρισα,πρίν δέκα χρόνια περίπου,εγώ να σου πώ και το άλλο,
πώς δηλαδή την Ίζα μου την αγαπάω απέραντα και μαυροτρυπένια,ώς εκεί πού παύει η απόσταση να ισχύει,και δεν υπάρχει κανείς ήχος,ούτε περαστικός
να βηματίζει πάνω στα συντρίμια των άστρων,ούτε κανείς άλλος,θεός ή δαίμονας,απ' αυτούς πού στοιχειώνουν το μέσα μας και καμιά φορά και το έξω μας Νάνσυ μου.Η Ίζα μου φοβάται τις αράχνες,τις τρέμει,μπορεί να κλαίει,να τσιρίζει ή να της κοπεί η αναπνοή.Πάντως εγώ να σου πώ Νάνσυ μου πώς δεν είμαι κακός,ούτε λίγο ευαίσθητος,περνάω και γριούλες απέναντι άμα τύχει,αλλά τις αράχνες της σκοτώνω,και αυτό σπίτι μόνο,έξω μην νομίζεις δεν τις πειράζω κάν,αλλά το κάνω για να μην κλαίει η Ίζα μου οταν υπάρχει καμιά μες στο σπίτι.
Έτσι της έγραψα ένα ποίημα,γιατί να σου πώ και το άλλο,πώς κατά βάθος δεν μισώ τις αράχνες,αλλά τις αγαπάω,όπως και καθετί
πού κάνει την μικρή μου στην αγκαλιά μου να έρχεται τρέχοντας...

Βαλάντης Βορδός

Κίτρινη τρικυμισμένη μου θάλασσα

                                     στη Χαριτίνη




Ο σκύλος που έπαιζε στην παραλία
ένα μακρύ απόγευμα σκάβοντας 
με τα νύχια μπηγμένα στο μυαλό του
{ βάλς με τραχειοτομή χόρευει 
με το φεγγάρι απόψε
ενδοστρεφή χαμόγελα για κάθε πανικό
ένα ποιήμα μ'ένα μαχαίρι στην πλάτη γυρνά
                                                  


από δωμάτιο σε δωμάτιο κρατώντας 
ένα ποτήρι λευκό κρασί}
Δάγκωνε τον ήλιο
κάνοντάς τον κόκκινο
γεμάτο ραγάδες και ουλές.

Εσύ στα βράχια ακουμπισμένη
διάβαζες Τραιανό και Μαστοράκη
ένα τρένο ρίγος διάσχιζε κάθετα το αίμα μου
μέχρι που νύχτωνε η γενική μου κάτοψη
τα φώτα έσβηναν στην εθνική του θανάτου
στην εθνική του μυαλού μου.
Ένα παλιό πάθος αέρας δυνατός
έμπαινε απ' τους αμφιβληστροειδείς
αλλά εδώ μην χτυπάτε δεν μένει κανείς
κανείς δεν θα βγεί να παίξει αυτό
το απόγευμα.

Μ' ένα νυστέρι και λίγο ιώδιο
μια μέδουσα θα βάλω στην τρύπα
στο γονατό σου
να κλείσει η πληγή
να παραβγούμε μέχρι το φάρο
σκάβοντας στην άμμο να βρούμε
τα προσωπά μας αγάπη μου θύελλα.

Απέραντη κίτρινη τρικυμισμένη μου θάλασσα.





Βαλάντης Βορδός

Η Κατερίνα

Η Κατερίνα έχει ένα σπίτι
τα αγόρια της
ένα μικρό λύκο κάτω

απ'το μαξιλάρι
τις κούκλες της βάφει,τις χτενίζει
μ'ένα φτερο πουλιού

παίρνει αίμα απ'τα κεράσια
τα χείλια και τα μάγουλα
της βάφει κόκκινα
ισσοροπεί με ψηλοτάκουνα
στο σκαμπό μπροστά
στον καθρέφτη

ψηλώνει
ψηλώνει
ψηλώνει
ύστερα μικραίνει
μικραίνει
όσο ένα μυρμήγκι

κάθε βράδυ κοιμάται
αγκαλιά μ'ένα σκαντζόχοιρο
γαντζωμένο πάνω της
ο λύκος λύκος

και το πρωί λέει,αφήστε με
είμαι άρρωστη
δεν θέλω σχολείο να πάω
πάνω στη σάρκα της μπηγμένα δάχτυλα
τα δικά της δάχτυλα
σ'αλλωνών σώματα

η Κατερίνα άδειο τρένο
τις νύχτες ταξιδεύει
μες'στο τρένο άλλο τρένο
έρχεται απ'την αντίθετη κατεύθυνση
κάθε φορά

τα χρόνια περνάνε
η Κατερίνα μεγαλώνει
το παράθυρο μικραίνει
τόσο που χωράει στη χούφτα της

μια σπασμένη κούκλα
ίδια με τις δικές της κοιτάζει
τη βροχή στα μάτια της
να πέφτει...







Βαλάντης Βορδός

Tρία βρόχινα ποιηματα

Σε είδα στην πλατεία Δικαστηρίων.
Με τα τακούνια σου κομμάτιαζες
οριζόντια και κάθετα
το σάπιο πτώμα της πολιτείας.
Μέρες μετά σε ξαναείδα
τυχαία στη γειτονιά.
Στα χέρια κρατούσες
τη βρόχινη μήτρα σου.

*
Είσαι βροχή σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Σκονισμένος καθρέφτης.
Τις νύχτες ένας πιτσιρικάς
με το δάχτυλο γράφει πάνω του
ποιήματα.
Είσαι μια εξόριστη βροχή
ανακατεμένη με
σκόνη και άνεμο.

*
Η αγάπη είναι βροχή.

Όλη νύχτα κοιτούσε τα μάτια της
ώσπου άρχισε να βρέχει αργά,επίμονα.
Έπειτα,γρήγορα,διαπεραστικά.
Η βροχή δεν σταμάτησε ποτέ.


Βαλάντης Βορδός

...

Xέρια σκιτσάρουν στο σκοτάδι
πυρετικά
δεξιοτεχνώντας όχι
άτεχνα ίσως με φουλ γκάζι
στο πάτωμα κι ανάποδα τιμόνια

Eσείς είστε οι καλύτεροι
τα πρωτεία σας αν αμφισβητήσουν
υγρό πυρ και γκιλοτίνα

Δεν συμμετέχω στα παιχνίδια
των ευτελών υπαινιγμών
του κοσμικού σας τσίρκου
με παραναλώματα κλόουν
σ' ένα θριλερικό τριτοκοσμικό μπουρδέλο
της βρωμερής ματιάς σας.

Ευάερη, ευήλια της τέχνη σας η λήθη
με συνοπτικές διαδικασίες καθώς
αποκαθηλώνετε τον εαυτό σας
από την ύπαρξη
μαικήνες, μέντορες, παρωχημένες σιβύλλες
ανοργασμικές πυθίες
Είστε οι καλύτεροι δήμιοι
της τέχνης που έχει εγκλωβίσει
τα προβληματικά εγώ σας
τα θέλω τα πρέπει και τα μη σας
Αν λίγο κινδυνεύσουν
οι τρομερές σας δεξιότητες
πόσο εξαγριώνεστε κύριοι!
Όταν οι ξαφνικές σας στύσεις
αποδειχτούν ανεπαρκείς
πόσο καλά χρησιμοποιείτε τα χέρια
τη γλώσσα για τις
επιφανειακές σας διεισδύσεις...

Όσο για μένα... μην άγχεστε
με κανέναν δεν ασχολήθηκα
Εγκατέλειψα της ποίησης το πλοίο
Μπορείτε εξίσου καλά να
βυθιστείτε μόνοι σας.



Βαλάντης Βορδός

Η μισή Ρίτα έπεσε στο μπάρ

Μεσάνυχτα ματωμένα στάζουν σαν υγρασία
σ' αυτήν την γενέθλια κωμόπολη
ποντάροντας τον εαυτό μου σ' αυτό εδώ το μπαρ
... του ερέβους.

Νιώθω σαν μόλις να δολοφόνησα
την σιωπή μου γράφοντας
από μνήμης τσαλακωμένες σημειώσεις κρατώντας
κι ύστερα κι άλλες
κι άλλες
και όλες μαζί για πέταμα.

Στα μάτια ενός σκύλου η πραγματικότητα
είναι λιγότερο πραγματική από κάθε
τι άλλο υπάρχει σ' ένα κεφάλι
ανοιγμένο σαν καρπούζι.

Απ' την σκισμένη αφίσα στο μπαρ
η μισή Ρίτα έπεσε
η άλλη μισή με κοιτά
με μισό μάτι.

Ει Ρίτα κερνάω σαμπάνια
θα κάνουμε και κόκα αν το θες
κάνε μου παρέα σήμερα
που βρέχει κίτρινα φώτα
στη λεωφόρο
που βρέχει δάκρυα στα μάτια του σκύλου
που του σκοτώσανε τα παιδιά του.

Φέρε και τη Ρόμι μαζί
θα περάσουμε φίνα οι τρεις μας
μια κίτρινη τρύπα η ψυχή σου
που με ρουφάει.
Πυκνές γάζες αυτή η τρέλα πού έρχεται σε δόσεις
κι άλλοτε με μιας δριμύ χαλάζι στα κεραμίδια πέφτει
κομμένα γάντια στους κροτάφους αυτή η νύχτα μάτια μου
ζεστές παραισθήσεις απ' το φούρνο μικροκυμάτων
του μυαλού σου
και τα όνειρα που ακουμπούν στο αλκοόλ

το ξέρω Ρίτα σε ξέρω και με ξέρεις καλά
όταν σβήνουν τα φώτα λευκές αράχνες
τα μάτια σου
τα συντριπτικά σου δάχτυλα με καθήλωσαν
στη γωνιά της νύχτας χωρίς νύχτα
στραγγαλίζοντας μ' ένα μαξιλάρι
την κραυγή του κενού σου.

Σε είδα στο Χάρλεμ προχθές παρέα
με κάτι μαύρους να προσπαθείς
να ψωνίσεις την ζωή που έχασες
να ψάχνεις τη μάνα σου στα σκουπίδια
της έβδομης λεωφόρου και τις στρατιές
των ανδρών που γεράσανε περιμένοντας
ένα ψεύτικο νεύμα σου.

Πολύ κοινή κατάντησες κούκλα μου
μαγειρεύεις με ποδιά και ρόλει
και τα παιδιά σου περιμένεις στη στάση
του λεωφορείου να γυρίσουν απ'το σχολείο
κι ύστερα το βράδυ στην τηλεόραση να σας πεί
παραμύθια ο μπαμπάς
και φιλί στο μάγουλο και καληνύχτα.

Ρίτα γάμησε τα μωρό μου
καλπάζει ο θάνατος στις ενδορφίνες
του μυαλού σου
αυτή η ζωή ελάχιστη ζωή έχει μέσα της
ειν' τα σκαλιά απλά μιας σκάλας που
όλο κατεβαίνει και κάπου ξαφνικά
σπασμένο σκαλοπάτι.

Έλα κι έχω κλείσει δωμάτιο για μας
για μια νύχτα μόνο
στο intercontinental της κόλασης
έχει την καλύτερη θέα από δω
ο παραδεισένιος κόσμος των αστών...
 
Βαλάντης Βορδός

Τοξικά Ερείπια ΙΙΙ [Βαλάντης Βορδός]

στους Κώστα Σφενδουράκη και Γιώργο Πρίμπα


Αυτή η σιωπή που απλώθηκε
αργά τη νύχτα στο δωμάτιο
βγήκε σιγά σιγά
σε κομμάτια απ' την ψυχή των πραγμάτων
ξεδιπλώνοντας μέρες παλιές
την μάνα μου που μου 'χε κρύψει τον Καρυωτάκη
''μην κάνεις κακές παρέες'' μου 'λεγε

έτσι εγώ τις άφησα για αργότερα
τις μεγένθυνα
τις εμπλούτισα
βρήκα κι άλλους φίλους
άλλες κακές παρέες και συναναστροφές.

Ανακάλυψα τον Αλέξη και τον Αλέξη
τον Τραϊανό και τον Ασλάνογλου
τον Μαγιακόφσκι και τον εξαίσιο
εκείνο Κάρολο
''έλα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα απ' το δυνατό,
πέρα απ' το γνωρισμένο''

κόλλησα μαζί τους σαν το χανζαπλάστ
στην πληγή της καρδιάς
ανεξέλεγκτος πάνθηρας η φαντασία
μού 'σπαγε τα δάχτυλα

έτσι που κάθε άγγιγμα
κάθε μικρή μετατόπιση
να' ναι η οδυνηρή κλιμάκωση
του σκισμένου μου προσώπου
σε χίλια τεμαχισμένα χαμόγελα
μοιρασμένα δεξιά και αριστερά
σε φίλους γνωστούς και γκόμενες
με ψηφιακή καρδιά και ψηφιακά πόδια

που για ν' ανοίξουν θέλουν το μαγικό
σου λογάριθμο, το ψηφιακό σου κλειδί
το μαγικό συνδυασμό
χρήματα χρήματα, γρήγορο αμάξι, εξοχικό στη Χαλκιδική
σε μέρος in, μα να' σαι και καλό παιδί
με μόρφωση και λεπτά αισθήματα.

Να μεγαλώσεις τα παιδιά σου με αρχές και ιδανικά
με Γαλλικά και πιάνο
για να καταστρέψουν ότι έχει απομείνει όρθιο
απ' τους προηγούμενους τύπους με τα οράματά τους.

Εγώ δεν έχω τίποτα απ' όλα αυτά
οι παρέες μου ήταν ανέκαθεν κακές
κι οι επιρροές μου άσχημες

η μάνα μου όσο και να προσπάθησε
για να με συνετίσει
με μια βελόνα να ξεμπερδέψει
τις χαώδεις μου φλέβες δεν μπόρεσε

έτσι που η κούνια μου
στην ποίηση ακούμπησε
κι έγειρε η πλάστιγγα
προς τις παλιές παρέες
και ''βαβήλ σκοτεινό''
η νέα μέρα και η επόμενη...


Βαλάντης Βορδός

Τοξικά ερείπια ΙΙ

Μια θάλασσα στυμμένη τα μάτια σου
τραβώντας τα ενδύματα της νύχτας
αποκαλύπτεις το άλλο σου πρόσωπο

όχι της καθημερινής ανοχής
που σαν σκόνη έλιωσε τα χέρια σου
το πρόσωπο των βρεγμένων ήλιων
με τα ξερά φύλλα
και τις τραμπάλες του κυρίου τρόμου

τα πρόσωπα των ποιημάτων σου
να τρέχουν πάνω σε κίτρινα ποδήλατα
σφυρίζοντας δήθεν αδιάφορα
επαίτες της νύχτας
κλέβοντας το οξύ απ'τις μήτρες του πόνου

μ' έναν ξεκοιλιασμένο ουρανό
να χύνει αίματα στις πηγές
που και συ ζήτησες να πιεις
μ'ενα χαλασμένο μάτι να κοιτά
μέσα στου εαυτού τα χάσματα

η νευροπαραλυτική ευτυχία
που σε αποκοίμισε σου σπάσε την πλάτη
στο κάλεσμα των συντρόφων
μικρέ μου Ελπήνορα

το θαύμα πρέπει να περάσει
από μέσα σου
λεπτή γραμμή γαλάζια βελόνα
στις κόκκινες φλέβες σου
να διυλιστεί στα νερά της στυγός
αν δεν έχεις τελειώσει
στο θάνατο των ωρών και των πραγμάτων
αν επιμένεις να ανασαίνεις.
Κάθε που αφήνεις το ποίημα μετέωρο
ούτε εσύ γεμίζεις...


Βαλάντης Βορδός

Άτιτλο του Βαλάντη Βορδού

Σπασμένα ποτά,σπασμένα μπουκάλια

στις άκρες των ματιών μου ακροβατούν

σπασμένη η πρέζα των ονείρων,μου

'χει κάνει τις φλέβες μπουρδέλο

που μπαινοβγαίνουν φτηνές γυναίκες

όλο απόγνωση γιατί ίσως έχασαν αυτό

που ποτέ δεν τους δόθηκε,γιατί

ίσως πέρασε πολύς καιρός που

κάποτε αγαπήθηκαν,που είχαν κάτι

να κρατηθούν και ας ήταν ένα σύννεφο

με παντελόνια ή χωρίς.

Σπασμένα ποιήματα

μέσα σ'άλλα ποιήματα,σκόρπιες λέξεις

χωρίς συνοχή

έχω τελειώσει ήδη,απ'το βρεγμένο ταβάνι

χαζεύω την αράχνη,υπάρχει μια διαφορά μεταξύ μας

εγώ δεν υφαίνω τίποτα εδώ και καιρό,

η έλξη των ετερωνύμων μ'έχει κάνει

να την συμπαθώ

έτσι που αν δεν την δω μια μέρα

νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι,

οι λέξεις σκέφτομαι,τα παιδιά

με τα κάρβουνα στα μάτια,τα λόγια,

τα άλογα,τα μαύρα κατσίκια του μυαλού μου,

τα λογάκια τα χαριτωμένα

και τ'άλλα τα βαρύγδουπα σαν πόρτα κάστρου

των ποιητών

εγώ θα επιμένω να μπαίνω απ'το παράθυρο

για να σας στη σπάω

γιατί δεν είμαι ποιητής.

Στο άγονο τοπίο του 11 σωτηρίου εν χριστώ έτους

σαν δορυφόρος που έσπασε και έπεσε

ριγμένος στην αχαρτογράφητη έρημο της οδύνης είμαι

φωτογραφίζοντας το κενό στη λεωφόρο των ποιητών

που αγάπησα.

Γιατί γυρίζοντας μια στιγμή το βλέμμα πίσω

από 'κει που επιστρέφω

βλέπω αστέρια πεταμένα

πάνω σε σκουριασμένες λαμαρίνες...


Βαλάντης Βορδός

Όνειρο μιας κάποιας Κυριακής

Ήρθε μειλίχιος και προσηνής ο τεφρώδης αυτός σκελετός
με μιαν αόριστη υποψία ύπαρξης και ανυπαρξίας,
με κορδέλες μεταξωτές κιτρινοκόκκινες τυλιγμένος
κατεβαίνοντας από βίαια ύψη μέσα σε ολοπράσινους καπνούς
τυλιγμένος θαρρείς το σάβανο του απείρου.
Με τα χέρια του τ' άσαρκα,τα διάφανα,τα σταυρωμένα
άνοιξε την πόρτα και κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι.
Με μιλιά τρεμάμενη σιγοψιθυριστή
-θυμιάζω το άπειρο-μου λέει-
έφυγα απ' το σώμα και το μυαλό
στην σιγή περπατώ εξυψωμένος.
Τότε αιωρήθηκε σαν φωτοβολίδα γελώντας
και τρίζοντας ανυπόφορα.
-με τρομάζεις του είπα
-ποιος είσαι εσύ ο ασώματος;
μήπως ο διάβολος ή κανένας άγγελος;
-εμπεριέχω και τα δυο και γέλασε στενεύοντας
το άδειο του το στήθος.
πές μου του λέω τι έχασες στην ύπαρξη, τι κέρδισες
στο άπειρο βαθιά αγκιστρωμένος;
Σηκώθηκε τότε και η τέφρα του γέμισε το δωμάτιο
με καπνούς έξαλλου τίποτα.
-θέλω τσιγάρο λέει,
δεν εγκαταλείπονται οι συνήθειες,ωστόσο
όσο ήμουνα έλειπα και τώρα που λείπω είμαι
και μου τεινε το χέρι σε φιλική χειραψία
μα τραβήχτηκα και ανακάθισε.
-τι λες του λέω άνθρωπε και τι μονολογείς; τι μαυρίλα προμηνύεις
και τι σκέψεις ξερόκλαδα συνάζεις που δεν τα εννοώ;
Μην ήρθε η ώρα μου να λύσω την εξίσωση
και να αποσπαστώ απ την τροχιά της ύλης;
η είσαι μια αναλαμπή κι οράματα του άγχους;
-τίποτα απ' όλα τούτα που μου λες μα λίγο από τα πάντα
ξεπήδησε η φωνή του σαν περιστεριού άγριο φτεροκόπημα
μέσα από τα στήθη.
-μαυρίλα προμηνύω ωστόσο μα όχι σαν αυτή του τάφου.
Τότε στρέφοντας το βλέμμα δεξιά είδα χιλιάδες άλογα
με αίματα στα λάμποντα πλευρά να καλπάζουν ξέφρενα
υπερπηδώντας κόκκινα σύννεφα,
πιο πέρα ένα κριάρι χτυπιόταν με τον ήλιο
και ένα κοριτσάκι με μισό χαμόγελο μάζευε χαμομήλι.
-Τι είναι κόλαση και τι παράδεισος κύριε;
ρωτάω επί της ευκαιρίας.
-τίποτα και τα πάντα δύστυχε-
ξερόκλαδα, χαμόκλαδα, πουλάκια, περιστέρια,
δράκοι με χίλια πρόσωπα και θηλυκά ωραία.
Μα είσαι τόσο ασαφής ευλαβέστατε
πώς να σε εννοήσω;
-δέντρα απ' την ανάποδη και χέρια ανυψωμένα,
γλώσσα σαν τη σιγή την τρυφερή και λαίμαργο νεράκι.
κάτι θαρρώ να εννοώ και κάπως να σε ξέρω
κι άμα θα σταυροκοπηθώ εδώ θα παραμείνεις;
-χα- τότε κάγχασε τ' ανύπαρχτα του χείλη,
δεν ξέρω-λέει-δοκίμασε.
Μα μήπως οι θρησκείες είναι μαντριά για να κρατούν
την εξαγρίωση μέσα στα όρια της
και τάξη να επιβάλουν;
η μήπως ευτυχέστερο σε κάνει αυτή η δράκαινα με τα πολλά κεφάλια;
-ας το αφήσουμε κύριε του είπα αυτό δεν φτάνει το μυαλό μου,
και τι 'ναι η νόηση μου λες;
πονάει το κεφάλι μου από οδύνες τοκετού
και έσφιξα γερά το κεφάλι στα χέρια μου.
Τότε είδα τα σύννεφα ψηλά να μετασχηματίζονται σε ρητά
του ανούσιου τίποτα φληναφήματα.
Συμπληγάδες συγκρούονταν τα νέφη και οι κεραυνοί
ρινόκεροι με τα ρινοκεράκια στο διάβα τους τσακίζανε
τα έρημα δεντράκια.
Α - μου λέει-νόησις αυτή η καλουμένη,
πρόκες στον αέρα αγαπητέ
λιθάρι, πανωλίθαρο, πετρούλες συναγμένες
και πύργοι μες στα κύματα.
Κουκλάκια χωρίς πρόσωπα και δίχως τα χεράκια
ανατομίας μαθήματα που κάνουνε τ' ανήσυχα παιδάκια,
και πες μου λέει-ξέρεις κάτι εσύ που νόημα μέσα να 'χεί
ώστε το σύμπαν να ακινητεί για λίγο την τροχιά του;
-Ναι κάτι ίσως ξέρω τόλμησα να πω-
τα μάτια της είναι τόσο μεγάλα κύριε-είπα-
και στα χέρια της ας ήταν να πεθάνω.
Ανοησίες απάντησε-είναι πολύ ρηχό για να ακινητήσει σύμπαν
είναι κάτι βαθύτερο οπωσδήποτε- κάτι βαθύτερο-
είπε στα χέρια κρατώντας μια φλογίτσα από ροζ μενεξέδες
και από λεύγες μακριά ακουγόταν μελωδίες πιάνου
να ξεδιπλώνονται σαν σημαίες στον αέρα.
και παράξενες λέξεις που πρώτη φορά άκουγα,
ενώ μια πεταλούδα ήρθε και κάθισε στον ώμο του.
-Είναι κάτι βαθύτερο οπωσδήποτε-κάτι βαθύτερο μονολογούσε επίμονα,
και τρόμαζαν τα βιβλία στα ράφια φτύνοντας τις σελίδες τους,
αυτές οι μελωδίες του χαρτιού οι λεκτικές οι σαύρες
τα φορτισμένα κενοτάφια του νου οι αχόρταγες λεξούλες.
Τον κοιτούσα στα μάτια που είχαν πλέον
τη λάμψη του γάργαρου τίποτα,
από χιλιάδες μίλια μακριά έβλεπα τ' άπειρο να έρχεται
και να ρουφάει την ζωή που σαν σταματημένη από αιώνες έμοιαζε.
-Και τι 'μαι εγώ μακάριε; -τόλμησα να ψελλίσω.
Είσαι ό λόγος όσο ζεις κι ύστερα θα σαι χάος.
Ποιος είσαι συ που μου μιλάς και κάπου σε γνωρίζω.
Μήπως είσαι ο πάναγνος, ο άχραντος και άσαρκος πατέρας;
-Εγώ είμαι γιε μου και έλληνα ποιητή μου και σε χιλιάδες
λεύγες άπειρο κάποτε και συ θα 'ρθεις...

Στην μνήμη του πατέρα μου
Βαλάντης Βορδός