«Θέλουν να σας κάνουν καλά. Αλλοίμονο, εκεί φτάνει ο παραλογισμός των λογικών. Καλά, δηλαδή να γυρίσετε πίσω, έξω στην τέφρινη πραγματικότητα, να ξαναδήτε πίσω με την κρίσι του ακέραιου μυαλού την πιο αβάσταχτη, την πιο αρμολογημένη αλλόφρονη λογική της ζωής που σκοτώνει την ανθρώπινη καρδιά. [...] Μα τι θα βάλετε στη θέση του οράματος εσείς οι λογικοί; [...] Καλοπροαίρετοι γιατροί μου, αν επιμένετε να με γιατρέψετε από κάτι, γιατρέψτε με από την λογική».

Ρώμος Φιλύρας από το δρομοκαΐτειο

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντόρα Βλάσση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντόρα Βλάσση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το αυτό

Οι εποχές είναι όλες μα όλες εδώ,
όταν είσαι.
Το φθινόπωρο μία όμπρα Βύρωνος
το φθινόπωρο νωπό
ύστερα ζαχαρότευτλο -εαρινό σπόρι,
όχι φυτό,μα ίδεα,
ο χειμώνας αλκόολ
και το καλοκαίρι ημιλιπόθυμο πανδαιμόνιο.

Όταν είσαι είμαι γυρνάμενη ,
είμαι νηπενθής μίσχος,
είμαι χήρα χωρίς ντροπή
και ήβη των τρυφερουδιών.

Είμαι σπινθήρας,
αλαφιασμένο χηνοπάλεμα
και κολυμπιθρόξυλο σε αντάρα,
χάβρα δονήσεων στα φυλλώματα.

Είναι οι στιγμές ενδοφλέβιες.
Η βρώσις, μία παύση χρόνου,
η μετάλλαξη της πείνας ,
η επιστήμη της λαγνείας,
ένα περιπλεγμένο λεξιλόγιο για την υπέρτατη πείνα
του ανθρώπου γι' άνθρωπο.


Ντόρα Βλάσση

Ου ράδιον



Ήταν ένα καθαρό,αστραφτερό σκοτάδι,
ένα διαμάντι που καιγόταν με την ψυχραιμία
που πηγαινοέρχονται σαν εκδρομείς τα νερά.
Το καθεστώς ήταν αυτό και έπρεπε να διασχιστεί
όσο το δυνατόν πιο ραγδαία
και χολερικά να είμαι ατενώς προσηλωμένη
και να συγχαίρω τους άλλου Λαβδακίδες γιατί οίκος τους
μπορεί να εξέπεσε αλλά τ' όνομα τους ζεί.
Έτσι ζεί το όνομα μου τώρα με την ηπιότητα των θυμάτων,
εύκρατο όχι καρπερό,
ένα πράο στρέμματακι χωρίς πολλές απαιτήσεις για δημήτρια.
Αυτή είναι μία ανθυγιεινή πραγματικότητα.

Τα μιλιούνια πάμε στην παράδεισο του χασάπικου ,
εκεί στις τάβλες με τις σφαίρες στα δόντια, ταυτότητες,
και στον δρόμο ως οδεύουμε βγάζουμε λάμψεις ,βγάζουμε σήματα,
έντομα λαμνοκοπούν μέσα στις φλόγες των οραμάτων μας
και εδώ πια δεν είμαστε ερίφια , είμαστε τόσο υπέροχα δούρειοι
και τόσο τραγικά οιδιπόδειοι ,αγαπητικοί της αυτοτιμωρίας,
του στρεβλού απογαλακτισμού και του ερωμένου θάλπους ασφαλείας.

Ζήσαμε τις τσάπες σαν σμήνη στα ουράνια
ζήσαμε τα ματωμένα τρένα, ζήσαμε τα ματωμένα χιόνια,
τις λαγκαδιές κατάνθιστες κι ως τα χείλια συκώτια κι άλλα μέλη
ζήσαμε κάθε έναρξη της ανθρωπότητας*
ως επίγονοι αναγνώστες από ζάχαρες.

Σήμερα οι αιτήσεις μας με τα κόπρανα της φρονιμάδας
αποσυντίθενται, αυτή είναι η πραγματικότητα
και η σοδειά της χαμέρπειας και της φυγομαχίας ,
τα σίελα των πυρκαγιών τα καίνε και τιμωρούν ,
καίνε με χολή,σαϊτεύουν την αληθινή γουρουνόφατσα,
τις κοιλιές και την ζωή την ψώρα , την ψώρα.
Γιατί να σωθείς απ' αυτήν την δικαιοσύνη;
γιατί ν' αφήσεις τ' άδικο να σε περιθάλψει
με 'κείνες τις σαθρές του φροντίδες;
Γιατί να θές να σε σώσει τ' 'άδικο;

* " Η επανάσταση είναι η έναρξη της ανθρωπότητας" Ζαν Πόλ Σάρτρ


Ντόρα Βλάσση

Λοταρία

Σου φιλώ την κέντα απόψε.
Το χαρτί του πόθου σου είναι της κρίσης σου η κήρυξις
και σε φιλώ ως δέρας ήδιστον που καλύπτει το άριστον εγώ σου ,
τον πόθο μου.
Η αγάπη παρφουμαρίζεται μέσα στον κόρφο της αμεριμνησίας σου
την μυρίζεσαι καθώς η τύχη σε προτιμά,
η γονιμότητα μας ετοιμάστηκε,
σου 'ρχομαι κατακούτελα τί φλόγιστρο , τί μαχαιριά , τί σπαραγμός και τί θέωση!


Ντόρα Βλάσση

Χημεία

 Εντός των συστατικών στοιχείων μας ,
- μονάδα και πλήθος!
είδα το σύμπλεγμα των σκυλάδικων χαρακτήρων να ανυψώνονται
όπως σαμοθρακιώτισσες Νίκες,
πολύ εκλεπτυσμένες , πολύ αισθητικές.
Στεφανωμένες με ριπές γαρυφάλλων ,
το μικρό ξύλο της κανέλας ,ένα κλαδί μπαχαρικής ειρήνης
σαν στέμμα στην κεφαλή μίας φοβερής έκπτωσης στρεβλού ήθους.
Η ηθική είναι ένα στοιχείο συστατικό που παρασιτεί επάνω στα ικριώματα
του προσωπικού κτίσματος ως σωφροσύνη και ως αγία ορθότητα.
Αφήνει φολίδες δειλίας ,λεκέδες τρόμου,
 κάτι ζιζάνια αφλογιστίας που ορίζουν κιγκλιδώματα
και βαπτίζουν ευνούχους εαυτούς.

Σ' είδα σατράπισσα να λιώνεις όπως ένας δανδής σε πλήρη αντίφαση με το monocle του
ανάμεσα σε χαμίνια των δρόμων , που ήταν ολόλαμπροι κολοσσοί υγιούς θράσους,
με μία γνώση κι ένα κηρύκειο , με μία σοφία ζέουσα που δεν καταχωρείται σε κιτάπια.
Σ' είδα να λιώνεις μέσα στους ναούς ως Κυρία , ως Νόμος.
Σ' είδα να φτιασιδώνεσαι μαζί με τους αυλικούς σου ,
κάτω απ' τις σαλιάρες αζαλέες και να στάζουν στην ποδιά σου
τα πτύελα όλο χολή.

Το ευαγγέλιο σου που ξεπάστρεψε τις γενιές,
 συφιλιδικό καθώς είναι ,
χάνει την τελευταία ρανίδα σάπιου κρέατος του ,
την ώρα που στα πιο άδηλα βάθη των συστατικών στοιχείων
της μονάδος και του πλήθους,
συμβαίνουν τα αποκαλυπτήρια των πόθων χωρίς φόβο κι όλο πάθος.

Μπασκίνες αυτής της ξερακιανής πολιτείας ,
βδέλλες σε τηλεγραφόξυλο πτώμα,
οι λαχτάρες των θεμελιωδών στοιχείων για Υγεία
θα σας αποβάλλουν ως περιττώματα αμέμπτου ασφαλώς ηθικής
ήτοι εκφυλισμένης συνθήκης υγιεινής.


Ντόρα Βλάσση

Καλειδοσκόπιο


 Οι κυπαρισσόσκαλες βγάζουν στην κοιλάδα
μέσα στις θήκες ,τις ουράνια ταφικές
ήλιους κλωσσούν που 'χουν μια γάργαρη θαμπάδα
σπάν’ των γαλάτων τις καρδάρες στις συκιές.

Στην αγνότητα άμεμπτων υψών σαν πέφτεις
αρνείσαι χειραψίες με λωτολούλουδα
σεντούκια σου κρατούν αιώνιες ορέξεις
που αμέθυστες χτυπιούνται ανακούρκουδα .


Ντόρα Βλάσση

Επιστολή



Κόρη του οίκτου , εμβριθής μαρκησία των άλλων τύπων ,
έκατσα παράνυφη σου και σε παραμόνευα που παρανομούσες εις βάρος της πλήξης.
Στα κοτέτσια του ορίζοντα κόκκινες απο έξαψη οι κότες κλωσσούν τ' αυγά των τρόμων που γνωστοποιούν οι αστικοί κήρυκες.Οι πλουμιστοί κηφήνες κοιμούνται τον ύπνο του αδίκου στα πατάρια των προαστίων.
Να σκοτωθεί όπως ένα σκυλί στ' αμπέλι η ησυχία των μαζών.


Ντόρα Βλάσση



Guacamayas


Τους ουρανούς γεμίσανε πάλ' οι γκουακαμάγιας
δοχεία κοασμάτων ,οι ιδιότροπες υδρίες
σκορπίζουνε τις ίριδες μιάς τροπικής παπάγιας
να φέξουν οι σπηλιές γερες ,ανήσυχες κυρίες.

Τις νύχτες στα νερά γερνούν όλο συνεπαρμένες
σφεντόνες σαν κραδαίνουνε οχτάχρονοι ιππότες
στέκουν ασύλληπτες θεές και άγρια παρμένες
άψογα τις αιθέριες ζυγίζουνε τις πορτες

Στα κτίσματα, ερείπια ανθρώπων απο τήλιο
κι ούτ' ένα  μίλι ορφανό απ' άλικες κηλίδες
βάζουνε τις χερούκλες  τους οι αντάρτες για αντήλιο
γεννοβολούν τις ρότες τους , νημάτων πλημμυρίδες.

Γκουακαμάγιας φλογερές ,βεντάλιες , θυγατέρες
το πρώτο πρώτο γεύμα σας θα είναι απο λουλάκι
θα τρέχουν σαν τα αίματα πιτσιρικούλες μέρες
παράνυφες του σηκωμού, της ανταρσίας γιατάκι.
 
(Για το πάντα εξεγερμένο Μεξικό.)


Ντόρα Βλάσση

Χύδην


Στα ποίμνια μέλλονται τα σφαγεία
αφήνουνε για ενέχειρα ιστούς
των μαζών τους η συνήθης ανία
διασκεδάζεται θαρρείς μές σε ατμούς.
Συχνά πυκνά κερνιούνται συνανθρώπους
γεμάτη κάθε τόσο η πλατεία
πέλεκυς βαρύς, πάνω στον λαιμό τους,
στα κοπάδια μέλλονται τα σφαγεία.

Σχεδίασα το παρατόλμημα μας
μου έλειψε του τρόμου το ροδάνι
ν' αλέσει το οικοδόμημα μας
να δρέψει ,να θερίσει, να ξεκάνει .
Στα δημόσια πάλκα τόσα βράδια,
μία κακοπαιγμένη ανταρσία,
της λύσσας σφαγή για τα αποφάγια,
στα ποίμνια μέλλονται τα σφαγεία.

Στέκουνε οι πρώτες της πύρας μέρες
μνημεία φαιά, ξεγνεμένες Τροίες
απίθανοι μύλοι, χωρίς αέρες
σκύλ' ειναι οι μέρες , οι πάντα κρύες.
Οι σιωπές είναι μικρές τιμωρίες
για τους αιματολάφτες στην πλατεία
νοικοκύρηδες , των τύπων κυρίες ,
στα ποίμνια μέλλονται τα σφαγεία.

Πάνω απ' τις ανίες τους πώς παύει
της τελευταίας της τρίλιας η φωτιά
πάντα είν' αυλή και πάντα χαύει
τις υποσχέσεις νέου βασιλιά.



Ντόρα Βλάσση

Κοντογιαλός


 Τώρα είμαι μία σταλιά φράκταλ στις άμμους.Είναι η σελήνη που μας έγινε ξενώνας.Δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση να θεωρηθώ αληθινή λουόμενή παρα μόνο εδώ , τη νύχτα ,που κείμαι έχοντας τον ουρανό σφοντύλι.Κυριολεκτώντας.

Είναι ανήκουστο αυτό που με παραφυλά. Είναι μία αφύσικη κοσμοχαλασιά απο μικροσκοπικά σφοντύλια που λαμποκοπούν και το βάρος τους είναι ανυπολόγιστο.Η αιθέρια γέφυρα , ο μυστικός λοξίας , είναι οι δυο πυλώνες που συγκρατούν την μία και μοναδική μου ευκαιρία να δώ.

Αλλόκοτα ζωντανά , όλο έπαρση ανθρωπίσκοι , ευχαριστιόμαστε κάτω απ' τους χρυσούς τρούλους και το κατανυκτικό μας δέος είναι απο φόβο.Τη  νύχτα αυτή , έχω στ΄αλήθεια νεραϊδοπαρθεί και δεν έχω ούτε μία ευθύνη για την θεομηνία μου.Λίγα μέτρα πιο εκεί ένα ησυχαστήριο νερών  , όμοιο με απολίθωμα σειρήνας όλο με θέλει.Είναι ατάραχο όπως οι φτελιές που απελπίζονται τις μέρες τις άπνοιας.Ξέρω πώς θα μπορούσα με τυμπανοκρουσίες να οριοθετήσω ένα δικό μου οικοπεδάκι πάνω στην γαληνότατη δημοκρατία του ,αλλά είμαι ένα φράκταλ ακινητοποιημένο , με το ουράνιο πανδαιμόνιο κοπανημένο στο κεφάλι μου.

Το σαμοβάρι των κόσμων πώς μας σιγοβράζει.Αυτό το ακριβοδίκαιο και ακριβοάδικο σαμοβάρι πώς μας μαγειρεύει.Πεντάμορφη βράση χιλίων χαρακτήρων μέσα στην απροβλεψιμότητα σου πόσο μπορώ να νιώθω τυχερότατη που είσαι σπίτι μου.



Ντόρα Βλάσση 

Capo Di Faro


Η ύστερη αρχαιότητα μου,
τα μπάνια στο κανάλι μίας δυτικής μεγαλούπολης , χωρίς αναστολές.
Ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της απέχθειας στους νόμους της φαντασμαγορικής εξαθλίωσης που οπωσδήποτε για τους τσαρλατάνους των γκαλερί-χαμετυπίων είναι τεκμήριο σπουδής στο διάτρητο στομάχι μίας τέχνης.

Μ' άρεσαν τα συμπλέγματα των κάκτων στο κατα πλάτος παριζιάνικο και κατα βάθος ελληνικό δωμάτιο μου.Η αφαιρετική διακόσμηση ,τα προϊόντα του ανικανοποίητου εαυτού .Μπορούν ν'  ακουστούν οι ποικιλίες των αφροαμερικανικών χορωδιών στην αψίδα μίας εκκλησιαστικής παράστασης.
Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου σε χoρωδία , αλλά υπήρξα σίγουρα ένας αστάθμητος παράγων ,που μηχανορραφούσε την ανταρσία ενός σόλο.
Μικρές κουκίδες σχολιαρόπαιδων , φιντάνια γενναίων ανθυπασπιστών , μέτωπα φαλακρών βουνοκορφών και διδάσκαλοι των ανδραγαθημάτων μίας παλιάς σχολής ποδιών που χάθηκαν στο χιόνι.


Λάτρεις της εκκεντρικότητας και των παραδοξοτήτων  εσείς , σ' αυτήν την αυτοκρατορία των ελεύθερων κομψοτήτων και της χιλιοπλόκαμης καλαισθησίας  απο προσωπική βούληση και όχι λόγω υπηρεσίας και πίστης σ'ένα στερεότυπο , σε μία κοινωνία φασαρίας για το τίποτα ,
δεν έχετε στασίδι βρεί για να μας επιπλήξετε ,  για την χωρίς παράδοξες τούμπες θυμοβορά μας.


Ντόρα Βλάσση

Διττό

Έχω αληθινό σεβασμό στο άλλο αληθινό μας πρόσωπο ,
το αγαπημένο,
του υπονομευτή και διεφθαρμένου , του ανθρωπίσκου.
Αυτή η αυθεντικότητα είναι η πεντάμορφη πεμπτουσία της ύπαρξης.
Η άλλη πλευρά της ημέρας.
Ο κύκλος αυτός ,είναι μία πόρτα που μπορεί αναμφισβήτητα να σε βγάλει πίσω στον κήπο και στην αθανασία.


Φυλαχτήκαμε σαν φίδι στον κόρφο της οικογένειας , στο κόρφο της κοινωνίας.
Κοιμηθήκαμε απόκοσμα δροσεροί , αλλιώτικοι και μακρινοί της αγάπης και της αλληλεγγύης , πολέμιοι τις ακηλίδωτης ψυχής , ανειρήνευτοι , σε κρεβάτια που μας ζέσταναν σαν επιτομές τις αθωότητας .Και είμασταν πράγματι αγνότατοι.Εμείς οι αληθινοί.Σ' αυτή την διάσταση φίλοι δεν πιανόμαστε.Και στην άλλη πέφτουμε στην φωτιά για τους αμέτρητους αδερφούς μας και για τις συνθήκες της σωτηρίας μίας ψυχής αγγελοκρουσμένης και δικαιωματικά υπέροχης.Αλλά αυτό το άλλο αληθινό μας πρόσωπο , είναι το αποπαίδι της πιο αγνής αγάπης που εγκολπώθηκε ύστερα απο πόνο.

Πεντάμορφε ανθρωπίσκε! Έτσι σε παραδέχομαι.Εδώ το αγλάισμα της δικαιοσύνης σαν σινιάλο , μου παραγγέλνει να πέσω στην φωτιά για το δικαίωμα σου στην σκοτεινή κληρονομιά του τρωκτικού που υπήρξε ο τεκμηριωμένος σου γεννήτορας.Λοιπόν δικαιούσαι να αδειάσεις τις χολές σου , αυτά τα βαθυπράσινα βοτάνια που μπορούν να ξεπατώσουν το πιο ψηλό βουνό και την πιο ανελέητη θαλάσσια βουλιμία.

Η αγάπη μου μπορεί να δεί τις αληθινές της διαστάσεις , ξέροντας σε για φρικαλέο τερατοπαίδι , θρεμμένο με τα χαλασμένα γάλατα ενός δαιμόνιου ζώου.Η αγάπη μου για 'σενα μπορεί να σύρει μέσα απ' την αθωότητα του αποτρόπαιου εαυτού σου ,εκείνον τον ήλιο που κοιμάται και να σημάνει την βάρδια του αγγέλου.




Ντόρα Βλάσση

Η σεζόν των απολογισμών (Ημερολόγιο 19)

Τις νύχτες ακούω τα κτήματα.

Δεν μπορεί να υπήρξα νέα ούτε για μία στιγμή , αφού δεν κατέβηκα με μία ψάθα στο κεφάλι  την σκάλα -το κασκέτο της καθολικής ηγουμένης- κι αφού δεν ξενύχτησα κάτω απ' τις καμάρες ενός ιστορικού αρχοντικού.

Η θάλασσα μπορεί και να έφτανε ως τις μάντρες.Τα περιβόλια τις νύχτες πολυλογούν.Αυτή η ορχήστρα των πνευστών ανθών τους , τα φύλλα των άγνωστων δέντρων που αγγελιάζονται όλο τρέλα κάθε που το εγγίζουν οι διαβατάρικες πνοές.

Δεν μπορεί να υπήρξα ούτε για μια στιγμή νέα , αφού δεν  έζησα σε έναν εξώστη που κοιτούσε την νυχτερινή χλωρίδα , την νυχτερινή πανίδα γυρίζοντας φύλλα αναλογίου.Πίσω έφευγε ο τάπητας των πορτοκαλαιώνων.Δεν ήταν ο αέρας, αυτός που συνηθίζουμε να εννοούμε σφυριχτό μέσα απο τις κοχύλες των υψών.Κάτι μακρινά ξωτικά που 'χουν τα μάγουλα μονίμως φουσκωμένα και δεν ξέρουν άλλο απ' το όμικρον.Είναι το κλεμμένο μου σάλι , το κοσμογυρισμένο πια,που σηκώθηκε άξαφνα απο μία αντάρτικη πνοή ,διάβηκε τυχαία τις σπείρες των τόπων και επιστρέφει που και που στο πατρικό του!Όλο φυσάει.Ξεμυαλίζει τα δέντρα.

Κάποτε θα έχω μία απάντηση για το πού πάει το σφρίγος των έφηβων νερών που αναβλύσαμε.Η χαρά μας ορίζεται απ' την ανθεκτικότητα του σφρίγους μας.Υπέρτατη αξία μου και αγαθό μου ,εσύ σάρκα που όλο ανθορροείς , δεν μου αξίζεις αφού δεν μπόρεσα να σε καταξοδεύσω όταν πήγαινες χλιμιντρίζοντας και σηκωμένη στα δυο πόδια σαν φρενιασμένο άλογο κατα τον πρώτο κατάνθιστο βάραθρο.Μπαρουτοκαπνισμένα μάτια που μισογελάτε πυρωμένα και σπαρταριστά μαλλιά που στρατοκρατορικά θωπεύεται ένα διάδρομο λαιμού και δυο πάμπλουτα αρχονταρίκια στήθους!Δεν μου αξίζατε αφού δεν σας κατασκόρπησα όπως σας έπρεπε στις προσταγές όλων των ολέθρων της ανθρωποφαγίας απο διέγερση.




Ντόρα Βλάσση

Στιγμιότυπο!



Ένας μικρός σκύλος θα σώσει τον κόσμο!
Περπατάει πάντα στην γραμμή του ήλιου πάνω στην γύρη της θάλασσας.
Όλβια μέσα στις λατρείες, πριγκιπέσσα του περιπάτου.Πριγκιπέσσα!
Μίκρη αρτίστα , απέραντη!
Καλλιτέχνιδα των σαλονιών και των αλωνιών!


Ντόρα Βλάσση


Ημερολόγιο (1)

Φύλαρχε της ερημιάς , ήρθε η ώρα σου να υψώσεις ανάστημα στην ροή των ανοησιών.
Πράγματι ήσουν σπουδαίος αρχηγός , με τον λίβα της οντότητάς σου και το ζάρι σου.
Τα εξαθλιωμένα σου ζώα ερχόμαστε να μας περιθάλψεις στις ρωγμές τις ανομβρίας ,
κάτω απ' το περιλαίμιο του ήλιου ,
αυτού του σκύλου που δέρνει με τις ουρές του χαρμόσυνα τα θράψαλα.

Πρέπει να αναπαυτούμε έστω λίγο στο βιβλικό λημέρι ,
κάτω απ' τα θροΐσματα των φιδιών μέσα στα χαλάσματα ,
κάτω απ' τα γαϊτανάκια των όρνιων και στα πανηγύρια των δαιμόνων.
Λίγη σιωπή με την σφυρίχτρα του ανέμου από την ψόφια θάλασσα.


Ντόρα Βλάσση

Hμερολόγιο Ποδηλάτη

Στο στρατό ,ήταν το στερνό ποδήλατο.
Μές στους μυριάδες ,ο ύστατος.
Οι ακτίνες του γύριζαν πολυτέμνοντας , τόξα και ασφάλτινους κομήτες.
Νύχτα,
στο ανεξακρίβωτο δέντρο,
η φυλλωσιά ένα ψηφιδωτό αεικίνητο ,
όλο χλωροσύνη και κυψέλες.


Αχνοί ιστοί , ισχνοί βολβοί και κραταιό δοξάρι,
στη βιόλα του ήχοι εκκρεμούν ως το λιγνό χορτάρι.


Μακριά τα μέλη των κλαριών συνθέτουν παραγάδι
και μέσα φαίνει στιλβωτό , με λέπια ένα κοπάδι.


Κοπάδι κάτωχρό κι υγρό , σπαρτάριστο εν συσπάση 
τα βράγχι' ασκοί με κρύσταλλο φουσκώνουν ως την χάση.

Ύστερα , την  μέρα, μακριά απο δεντρίσια παραγάδια ,
κάτω απ' την ρόδα του ,
σταχτερές οι πλατείες δοκιμάζονται απο τη βία του λάστιχου και του τάχους.
Είδε μερικά συνθήματα της ώρας 
και τους φωτεινούς γοφούς των ανταρσιών ν' αναβοσβήνουν αχνά ,μέσα στις ακτίνες του.
Οι λοβοί του άνθισαν ,
αυγατίζοντας ομοβροντίες αγανάκτησης.
Τώρα πάει με τα σμήνη και τ' όχημα του δεν αγγίζει δρόμο.


Ζύμη νέφους στις γροθιές του
το ψωμί του όλο γεννάνε ,
δύνες οι ορθοπεταλιές του,
το αλέθουν , το ρουφάνε.


Στο καλάθι του ως αντήλιο ,
στη φορμόλη ένα κεφάλι,
το κεφάλι του το ίδιο ,
ταξιδέυει και αγάλλει.


Στέκει μόνος ο λαιμός του,
σπίτι ενός ξενιτεμένου
νόστο ανθίζει ο γκρεμός του ,
μάρτυς Μάρτη εσταυρωμένου.


Τώρ' ακέφαλος πώς στέκει 
λένε αθώα οι τσιρκολάνοι ,
πίσω τρέχει απ' ένα τσέρκι ,
κι όπως πάει θα πεθάνει.


Αδέσπωτε , ύστατε ακροβάτη των σελών,
εσύ καλπάζεις συλλέγοντας μες τα δόντια ακίδες και τυχαία ζωύφια.
Στις χούφτες σου , ο πληθυσμός της πολιτείας με τις εξάρσεις του ,
τις αφυπνήσεις και το αστείο κουκλοθέατρο που στήνει ,
καθώς σκέλεθρα μαριονέτων,
κινούνται αμέριμνα απο καραβόσχοινα.
Στο αναλόγιο σου , οι κενές βιτρίνες καθρεφτισμένες σε πολύχρωμα εκκλησιαστικά τζάμια.
Κι εσύ , αξιοθέατο του κέντρου , αεικίνητο ,
κομπάρσε ενός θιάσου που δεν μένει ,
βλέπω το κοσμοδρόμιο και το μακρινό σου άρμα ,
και κάτω απ' τα λάστιχα σου , 
τα νερά παλλινοστούν με αφρούς , σταυρούς και βράγχια.


Των σταυρών τα χνουδάτα πνευμόνια,
συμμαζεύουν ανάσες νερένιες
και τα όντα θαλάσσια πιόνια 
με πεταλιές προχωρούν ασημένιες.


Ποδηλάτη , παράξενος δύτης 
καταλήγεις καθώς ξεμακραίνεις ,
στα πελάγη , δρομεύς και αγύρτης 
τερματίζεις , τη στέψη αναμένεις.


Απ' τα νερά σηκώνονται τα όρη σαν πυξίδες ,
βλέπεις τώρα διάφανο τ' άστρο κάποιου βορρά
κι αν είναι θανατερό το χρυσάφι
μες τις κασέλες των οριζόντων , όπως καταβυθίζεται σε τάφρους ορυχείων ,
εσύ θές μόνο το σημείο φυγής μες στον πίνακα που τρέχεις να αγγίξεις 
κι ύστερα στην καμπύλη να χαθείς ,
ανεμίζοντας βάγια και συμπαθητικούς Ιούδες.


Μπηγμένοι  σταυροί  μές στους λόφους
σ' αυτούς πάς  με ούριους συντρόφους 

Λημέρια σε κρύβουνε , πόσα; Μέτρα!
Κοιμάσαι , προσκέφαλο η πέτρα.


Μεσία της Παρασκευής , 
μιας οποιασδήποτε Παρασκευής 
και γεννημένε άνευ άστρου και πάχνης ,
ένα ποδήλατο η περιουσία σου όλη κι όλη ,
ένα ποδήλατο και οι ταγμένοι δρόμοι.
Τα πέταλα μες τις ίριδες παφλάζουν ,
στο διάκενο των ακτίνων , μια αυτοκρατορία πλασμάτων.
Η γλώσσα τους απ' το υλικό σου.
Αλογίσια και στην χαίτη της λαξευμένος ο καλπασμός στο αμφίρροπο.
Μια μπόρα σε βάλλει  απόκοσμων καστράτων , 
που φεύγουν στοχεύοντας άριες πάνω στα δικά τους ποδήλατα ,
δεμένα με χορδές και λαρύγγια.
Μές στο βελούδο σηκώνεται αναπάντεχα ,
θεόρατος ένας Φαρινέλι ,
πελαγοδρομεύς όπως κι έσυ ,στην γλώσσα γλιστρά κι υψώνεται της φλύαρης πορείας σου.


Γόρδιων έκταση τώρα τα μέλη ,
πέλματα μπρούτζινα λιώνουν αμπέλια
και στο νερό μέσα του Φαρινέλι,
φεύγει απο κρύσταλλο μι' αγέλη χέλια.


΄Αγρι' ανήμεροι , λαύροι καστράτοι ,
λάρυγγες άνεμοι, κάτοικοι θόλου
άντρες ιδιότροποι μα ντελικάτοι
μες στον ασκό λεπτεπίλεπτου Αιόλου.

Πού πάς μέσα σε αόρατες ουρές ,
μέσα στην ευρεία υγρασία ενός ρε, να υπάρξεις ,
εσύ , ραγδαίε και μοναχικέ.
Κι όμως!
Σε είδα να κάνεις ποδήλατο πάνω στο πεντάγραμμο,
ακέφαλος στο κρεσέντο σου , σαν αλλοπαρμένο αλογάκι.
Πάλευες με την μπροστινή τη ρόδα σου , 
ν' ανοίξεις  τη σφυχτή κλειδαριά ενός σόλ.
Φεύγαν απ' την διάτρητη σκεπή του , σμήνη τα χελιδόνια.
Ακολούθησες κι εσύ.
Ο λαιμός σου ορθάνοιχτος , μια φωλιά αλλιώτικη απο λάσπη , βαμβάκι κι αδένες.
Οι κούρμπες σου όλο σπόρια και νερό.
Στην ράχη σου , μόλις που φύτρωνε ένα οξύ κουδουνάκι ,
αναγκαίο σε κάθε σωστό ποδηλάτη.
 
 
Ντόρα Βλάσση

Σπουδή


Έχω μέσα στο καπέλο μου ,
ένα σωρό αποτελέσματα από μία και μόνο βραχεία βόλτα.
Ωστόσο αξίζει  όσο ένας περίπατος στο διηνεκές.
Έκανα τις γυροβολιές μου.
Η σπουδή μου αφορά τα διασταυρωμένα μας άλλοθι .
Έχω κι εγώ μια παρτίδα άλλοθι να ξεφουρνίσω.
Πρόκειται για κάποια απαράδεκτα μπαλαντέρ,
 σχετικά με την ικανότητα μας στην εσχατοσύνη.
Έχουμε σπουδαία φαντασία όταν το α και το ω είναι η σωτηρία μας.
Έχουμε έναν κόσμο σταυρούς όταν το α και το ω είναι η σωτηρία των άλλων.


Ντόρα Βλάσση

Ανταπόκριση απ' την αρένα


Στο Κολοσσαίο συχνά τις μέρες που οργανώνονται φαντασμαγορίες για τον λαό
σκέφτομαι αν είμαστε ένας εσμός που αλληλοσπαράζετε και τίποτ' άλλο.
Επειδή πεινάμε ,
μας σερβίρουν κάτι αμφιλεγόμενους χριστιανούς, που τους σπαράζουν τα λιοντάρια.
Κι εμείς ουρλιάζουμε ,
εμείς γελάμε ,
η καρδιά μας ευφραίνεται κι αγαλλιάζει πως βρήκαμε τη ρίζα του κακού μας.
Στην έκσταση μας μέσα αφηνιάζουμε.
Να φάμε τον χριστιανό , να φάμε και το λιοντάρι ,
να φάμε τον απέναντι
να φάμε και τον δικό μας.
Κάτι αλαργινά  αρπακτικά , αφ' υψηλού , μας ζυγίζουν.
Δεν είμαστε και τίποτα σπουδαίο.
Κάτι τσόφλια που δέρνονται μόνο.
 
 
Ντόρα Βλάσση


Αποδελτίωση

Ολόπικρο ξεφάντωμα όλο και δυναμώνεις.
Μου δένεις χειροπόδαρα τον χώρο.
Μια γηραιά κυρία γυρνάει νέα απο το φαγοπότι.
Ένας καραφλός κύριος γυρνάει με χαίτη.
Ένα άδειο κρανίο γυρίζει με πιο πολύ ακόμα κενό.
Εγώ γυρίζω σαν χαλασμένη κλεψύδρα.
Εγώ γυρίζω χωρίς χαίτη , χωρίς σφρίγος.
Συλλέκτης.
Εγώ γυρνάω βουστροφιδόν προς τα μέσα.
Πάω στο μακελειό μου.Το δικό μου.




Ντόρα Βλάσση


Η ρηξικέλευθη γενναιότητα των "χέστηκε"...

Κουράστηκα λίγο να διαβάζω για μεριά και μάγουλα.
Δεν υπάρχει σ' εμένα έκπληξη.
Αυτά τα ταψιά πάνε κι έρχονται και παραλίγδωσα τα δάχτυλα μου.
Τώρα μου πρέπει μια πετσέτα με έναν ολοστρόγγυλο λεκέ στην μέση.
Ένας λεκές στο κέντρο μιας απλής πετσέτας χεριών , μπορεί στ΄αλήθεια να πανικοβάλλει.
Ένας λεκές -κι ας είναι και λευκός...- επάνω στην σαλιάρα ενός Χριστού ,
δεν μπορεί πια να σαστίσει κανέναν.
Συνήθισα να διαβάζω για λεκέδες επάνω σε σύμβολα.
Τα σύμβολα είναι απο μόνα τους λεκέδες.
Είναι  βαρώνοι της φυσικής μεγαλομανίας του ανθρώπου.
Αυτοί που πλήττουν τα σύμβολα ,
σήμερα ,δεν μπορεί παρά να είναι οι επαγγελματίες λεκιαστήρες των συμβόλων
και είναι κι αυτοί το ίδιο βαρώνοι της φυσικής μεγαλομανίας του ανθρώπου.
Χέρι χέρι τα σύμβολα με τους συμβολολεκιαστήρες ,
πάνε και πάνε στις ίδιες λιτανείες.

Πλήττει τα σύμβολα -όλο μιλώντας , όλο απεικονίζοντας , όλο αποκαθηλώνοντας τα.
Θα πεί :
χέστηκε η φοράδα.
(Είπα "χέστηκε" άρα η σημειωμένη μου φοράδα λεκιάζει.
Τώρα δεν μπορεί παρα να λογαριάζεται κι αυτή η φράση για αιρετική!)




Ντόρα Βλάσση


Μνημόσυνο Ηρώων


Οι ήρωες ψόφησαν φτωχή μου μαριονέτα.
Τα σαρκία τους χρησιμέυουν για δισάκια.
Οι ανδραγαθίες τους κοσμούν τοίχους.
Οι ήρωες ψόφησαν.
Οι Χριστοί  κανακεύτηκαν ,αφου στην μοίρα τους δεν σήκωσαν κεφάλι
οι κλέφτες χύνουν τα μάτια τους στα ράμφη των όρνεων
και δεν υφάρπαξαν παρά μια δεκάρα
απ' το φουσκωμένο πουγκί .
Αλυχτούν οι συνένοχοι.
Η πολιτεία στέλνει στον αγύριστο
τις παρακλήσεις τους.
Οι σταυροί τους χάσκουν σαν τα ξεχειλωμένα άρβυλα τους.
Ωστόσο ζούν και βασιλεύουν.
Φύτρες χασμουρητού σηκώνονται αδέξια μέσα στα θυμιατά τους.
Καταπίνουν αγιαστούρες.
Ζούν και βασιλεύουν και ρίχνουν δεξιά ζερβά προφητείες.
Δεν κοστίζει μια προφητεία .
Οι ήρωες, ψοφήμια σε στοίχιση.
Ο Κυρ-Ελέησον πέθανε.


Ντόρα Βλάσση